ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ


Σήμερα το πρωί ως οιονεί κατάλοιπο της χτεσινής συνήθους πλέον αϋπνίας μου ζητήθηκε να γράψω κάτι σχετικά με το παρελθόν και πώς αυτό μπορεί να επηρεάσει το παρόν ενσυνείδητα, υποσυνείδητα, αλλά κυρίως ασυνείδητα. Και παρόλο που το θέμα είναι εγγενώς δύσκολο – πώς άλλωστε να μιλήσω για το ασυνείδητο εφόσον δεν μπορώ να το συνειδητοποιήσω – η πρώτη μου δυσκολία ήταν να αποφασίσω εάν θέλω να το γράψω στα Ελληνικά ή στα Αγγλικά. Παρά την πρόσφατη και πρόσκαιρη εναλλαγή γλώσσας στα γραπτά μου, θέλω να γκρινιάξω και θα το κάνω κιόλας για να μου φύγει ο καημός. Με έχει κουράσει αυτή η αποκλειστικότητα των γλωσσών, δεν ήμουν και ποτέ άνθρωπος των αποκλειστικοτήτων ιδιαίτερα άλλωστε.

Εντάξει, ώς ζήτημα αρχής δεν θα ήθελα να μπασταρδέψω τη γλώσσα μου την ελληνική με τον κοινότοπο πλέον θεσμό των greeklish εξ ορισμού. Από την άλλη όμως, δεν μπορώ να δυσκολεύω και τη ζωή μου στον προσωπικό μου χώρο γραφής και δεν αντέχω τις δεσμεύσεις και τους κανόνες ακόμα και όταν τους θέτω εγώ. Οπότε και αποφάσισα ως άλλος Παλαμάς – ατυχέστατη η παρομοίωση παρεμπιπτόντως κυρίως γιατί ποτέ δεν τον πολυσυμπαθησα τον «εθνικό» μας ποιητή καίτοι πειθαναγκαστικά «εθνικός» – να το ρίξω έξω και να αποτυπώσω ο,τι σκέψεις έχουν χωρέσει στο κατά τα άλλα υπέροχο κρανίο μου εν είδει προφορικού λόγου. Δε θα κινδυνεύσει από εμένα η ελληνική γλώσσα φρονώ. Όσοι έχετε την ατυχία να με ανέχεστε σε διαπροσωπικό επίπεδο – στοιχηματίζω είστε και οι περισσότεροι εδώ μέσα – θα ξέρετε ήδη τι αυτό συνεπάγεται. Περαστικά σας λοιπόν.

Και ξεκινάω. Πάντοτε είχα μια ιδιαίτερη σχέση αγάπης και μίσους με την έννοια του παρελθόντος χρόνου. Πολλές φορές παραληρώ λεκτικά και ακόμα περισσότερες ίσως αντιφάσκω σχετικά με τις αποσκευές που κουβαλάμε όλοι μας με τη μορφή αναμνήσεων, a term which inherently fails the realistic test. Και αυτό διότι η ανάμνηση είναι ακόμα πιο υποκειμένικη από την προοπτική και την προσέγγιση, φέρουσα δε τα διαλυτικά αποτελέσματα του χρόνου με μορφή αύξουσας συνάρτησης γίνεται με γεωμετρική πρόοδο όλο και περισσότερο γενναιόδωρη. Και δικαίως θα αναρωτηθείς, είναι κακό αυτό?

Και θα σου απαντήσω. They key issue at question is not whether it is good or bad per se – those are subjective qualitative terms and therefore I could never address them in full conviction – αλλά το κατά πόσο αυτές οι μαγειρικές του μυαλού επηρεάζουν το παρόν σου και κυρίως τον τρόπο που το ζεις. Θα αφήσω λοιπόν τις φανφαρολογίες που τόσο αρέσκομαι να πετάω and I will cut to the chase. Τι κάνεις όταν τα φαντάσματα του παρελθόντος δεν σε αφήνουν να δεις το παρόν στις πραγματικές του διαστάσεις? You can’t possibly «burn your memories – ως άλλα δολλάρια που “ουρλιάζει” ο Ginsberg – in wastebaskets,” δεν είναι ούτε δόκιμο ούτε δέον. Νομίζω πως η μόνη λύση, καίτοι πεζή και λογική, is the compartmentalization of your life, and therefore your memories. Ο μόνος τρόπος για να λυθεί κανείς από τα δεσμά του ίδιου του μυαλού του είναι να το κοροϊδέψει, να το χειραγωγήσει εκεί που θέλει εκείνος. Αυτό απαιτεί ίσως τον υψηλότερο βαθμό αυτογνωσίας και παράλληλα τον χαμηλότερο βαθμό αυτοσεβασμού. Όλα όμως είναι θέμα ατομικής θεώρησης. If your theory hinges on utilitarianism και η προοπτική σου είναι τελεολογική, τότε έχεις πιάσει διάνα.

Παρόλη όμως την θελκτικότητα της παραπάνω πρότασης για ανθρώπους σαν εμένα που συνηθίζουν πλέον να προ-τείνουν convenience over substance, δεν θα τη συνέστηνα. Γιατί μάλλον η πιο ουσιαστική στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου – ή απλούστερα η πιο ανθρώπινη – είναι η κατά πρόσωπο πάλη με τις προσωπικές του Ερηνίες. Είναι η στιγμή που το άτομο, ο χρόνος, η λογική και το συναίσθημα αποκτούν μια ενιαία διάσταση και σε μεταφέρουν μέσα από μια ασύμετρη σκουληκότρυπα στο χωροχρονικό εκείνο σημείο που υπάρχεις μόνο εσύ ως απόλυτη μονάδα στέλνοντάς σε με ταχύτητα μεγαλύτερη αυτής του φωτός στα μύχια των ψυχεγκεφαλικών σου νευρώνων. In this “Alice Universe” you can no longer define the “matter” from the “anti-matter” and therefore you can kiss goodbye all your hopes for a potential solution to your initial problem. You can only hope that you might once turn into a “Chesire charge” yourself to at least be able to retain the persistent property of a smile.

Και όταν το πλήρωμα του χρόνου έρθει, και μέσα από μια κάποια άλλη σκουληκότρυπα επιστρέψεις στο εκεί παρόν ίσως σκεφτείς πως ο Άλμπερτ δεν είχε και τόσο δίκιο όταν θεμελίωνε την ταχύτητα του φωτός στο κενό ως το απόλυτο όριο της κίνησης. Και ίσως δεις that all this ordeal άξιζε τον κόπο τελικά. Όχι γιατί σε έκανε σοφότερο ή καλύτερο άνθρωπο, αλλά γιατί απλώς θα αντιληφθείς πως τίποτα δεν έχει μόνιμες και δεδομένες διαστάσεις αλλά μεταβαλλόμενες σε συνάρτηση με την απόσταση που το φέρεις απέναντι στον ήλιο/χρόνο. Όσο κοντύτερα τόσο μεγαλύτερη και η σκιά. Και τι γίνεται με την πραγματική διάσταση? Αυτή μάλλον εκλείπει στο πεδίο ορισμού που ονομάζεται άνθρωπος.

Περί λυπης


Υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο μια λύπη τόσο μεγάλη που κανείς μπορεί να τη δει να κρέμεται από τις σκεπές των σπιτιών και να στάζει το μη θανατηφόρο κατά τα άλλα δηλητήριο της για να μαζευτούν τριγύρω τα γόνατα μας πάραυτα. Μπορεί κανείς να γίνει μάρτυρας της στα άδεια πρόσωπα των ανθρώπων μέσα στα βαγόνια του μετρό, στις νοσταλγικές σκέψεις των ηλικιωμένων όταν κοιτούν παιδιά να παίζουν, στις τρομαγμένες αλήθειες των παιδιών όταν κοιτάζουν πίσω.

Υπάρχει πάντοτε ένα τέλος σ’ αυτόν τον κόσμο, τέλος στα πάντα. Αυτός είναι και ο πρώτος πυλώνας της λύπης, το να τελειώνει κάτι χωρίς μια κάποια συνείδηση της πραγματικής του αρχής.

Υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο μια λύπη τόσο μεγάλη που κανείς μπορεί να τη διακρίνει σε κάθε φωτογραφία γενεθλίων, μια σκιά μεταξύ της ανάσας και των κεριών που απλώνεται εξίσου στην ευχή και σ’ εκείνον που την ονειρεύεται. Καθρεφτίζεται στα ομιχλώδη μάτια ενός νεογέννητου και στα θολά μάτια των μοναχικών ηλικιωμένων, ηχεί στα βάσανα των μαινόμενων γυναικών αλλά έλκει τη δύναμή της από την άδικη σιωπή των ανθρώπων.

Υπάρχει πάντοτε ένα τέλος σ’ αυτόν τον κόσμο, τέλος στα πάντα. Αυτός είναι ο δεύτερος πυλώνας της λύπης, το γεγονός οτι λόγω μιας εγγενούς αδυναμίας του κοσμικού σχεδίου, ποτέ δεν μπορούμε να προβλέψουμε το τέλος έγκαιρα.

Υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο μια λύπη τόσο μεγάλη που κανείς μπορεί να αισθανθεί την παρουσία της σχεδόν καθολικά με κάθε πρώτη ακτίδα φωτός της αυγής ακόμα και όταν δεν είναι μόνος του κάτω από τα σκεπάσματα. Η θνησιμαία νύχτα χτυπάει βαθιά, εκεί που υπάρχεις μόνο εσύ και κανείς άλλος και αφήνει μια πληγή τόσο κρυφή όσο και η ανάμνηση της, μικρή υπενθύμιση του οτι στο τέλος όλοι είμαστε μόνοι.

Γιατί υπάρχει πάντοτε ένα τέλος σ’ αυτόν τον κόσμο, τέλος στα πάντα. Αυτός είναι και ο τρίτος πυλώνας της λύπης. Γιατί τέλος σημαίνει να εγκαταλείπεις αλλά και να σε εγκαταλείπουν εξίσου.