“Το Παρόν Διατίθεται” [sic]


Σήμερα είχα παράξενη διάθεση. Δεν ξέρω εάν έφταιγαν τα χτεσινά ή τα αυριανά αλλά για κάποιο λόγο το μυαλό μου δεν έλεγε να συγκεντρωθεί ως έπρεπε λόγω της ημέρας και ένιωθα ένα ανεξήγητο πλάκωμα στο στήθος. Γι αυτό και αποφάσισα να βγω να με φυσήξει λίγο αέρας μιας και ο καιρός της Αθήνας δεν σε κρατάει στο σπίτι. Και βγήκα, και έκανα τον πλέον οικείο και αγαπημένο μου περίπατο στην πόλη: από το σπίτι μου στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Πλάκα και πάλι πίσω.

Φτάνοντας στην Αρεοπαγίτου στο ύψος του Διόνυσου κατηφόρισα προς την Πλάκα αφήνοντας πίσω μου το βράχο του Απόστολου Παύλου. Πόσες φορές κι αν έχω περπατήσει αυτόν τον πεζόδρομο. Από τότε που ήταν κιόλας δρόμος, πριν ο δήμος και η πολιτεία βάλουν μυαλό και αποφασίσουν την πεζοδρόμισή του. Τότε που τα αυτοκίνητα συνωστίζονταν και τα πέριξ βρωμούσαν μαυρίλα και καυσαέριο. Και μέτα, όταν πια έγινε ο σαγηνευτικός πεζόδρομος που όλοι πλέον γνωρίζουμε, με τα φαναράκια του, την Ακρόπολη στο φόντο και τον λόφο του Φιλοπάππου στο πλάι. Ίσως είναι τα μόνα μέρη στην Αθήνα που με έχουν δει σε όλες τις στιγμές τις ζωής μου. Παιδί, τρέχοντας στα βραχάκια του Φιλοπάππου, στην εφηβεία με γοργό βήμα το χειμώνα από το σχολείο στο σπίτι και πιο αργό τα καλοκαίρια και ένα bacardi breezer στο χέρι σκαρφαλώνοντας στα βραχάκια του Άρειου Πάγου αγναντεύοντας την απέραντη θέα της Αθήνας. Ενηλικιώθηκα πια, μεγάλωσα, και ακόμα οι ίδιες πέτρες με υποδέχονται καρτερικά όταν καταφέρνω να επιστρέφω στην πόλη μου. Τώρα που το σκέφτομαι αυτές οι πέτρες έχουν ακούσει όλες τις σκέψεις μου, φανερές και κρυφές. Σ’ αυτές τις πέτρες κάπνισα το πρώτο μου τσιγάρο, φαντάστηκα έναν κόσμο καλύτερο, και είπα λόγια και λόγια, φιλοσοφίες και φιλοσοφίες, αλητεύοντας τα βράδια μαζί με τα όνειρά μου που καθρεφτίζονταν στη σκιά τους. Αλλά οι πέτρες, πέτρες. Δεν μου αποκρίθηκαν ποτέ, μόνο με άφηναν να ξεκουράζομαι πάνω τους και να ονειρεύομαι με εκείνους που μου επέτρεπαν να τους παίρνω μαζί που και που στα ταξίδια μου.

Φτάνοντας στην Πλάκα πέρασα από την Κυδαθηναίων για το καθιερωμένο από το γυμνάσιο κιόλας κυπελλάκι παγωτό και παίρνοντας την οδό Αφροδίτης άρχισα να κατηφορίζω την Αδριανού. Κάποτε περνούσα τα πρωινά και τα απογεύματα μου κάθε μέρα σ’ αυτόν το δρόμο – πρωί-απόγευμα το σχολείο τότε βλέπεις. Όταν κατηφόριζα τα πρωινά τα μαγαζιά ήταν ακόμη κλειστά, μόνο ένα αδέσποτο σκυλί της γειτονιάς τον οποίο και είχα οικειοποιηθεί ως σκύλο μου έτρεχε κάθε πρωί την ίδια ώρα μόλις με έβλεπε να παίρνω τη στροφή για να με καλημερίσει. Τα μεσημέρια και τα απογεύματα πάλι ο δρόμος μου έσφυζε από ζωή. Μαγαζιά, πλανόδιοι, σκυλιά, γατιά. Ακόμα έτσι μοιάζει, κι όμως έχουν αλλάξει τόσα. Δεν με καλημερίζει πια ο σκύλος μου, αλοίμονο δεν ξέρω καν τι απέγινε. Κατηφορίζοντας δε βλέπω τα χαμογελαστά πρόσωπα των καταστηματαρχών που έτρεχαν να μου αρπάξουν μια κουβέντα στα γρήγορα πριν προλάβω να φύγω. Θες για πολιτική, θες για θέατρο, για μουσική, όλα τα είχε ο μπαχτσές. Και τι μπαχτσές…ευωδιαστός σαν τη γαρδένια της κυρίας Δήμητρας της ζωγράφου, μαράθηκε κι αυτή. Και η κυρία Δήμητρα και η γαρδένια. Είναι οι μόνες όμως που παραμένουν πιστές στο δρόμο μου.

Εκεί λίγο πιο κάτω καθόμουν τα απογεύματα με τους πλανόδιους πωλητές, μετανάστες στην πλειοψηφία τους. Εκεί ο Bojan, Σέρβος ζωγράφος μου έκανε το πρώτο χένα τατουάζ για δώρο γενεθλίων επειδή τον βοηθούσα με τους τουρίστες στα Αγγλικά. Α, και επειδή έλεγε πως ήμασταν αδέλφια, εκείνος με τη ζωγραφική του, εγώ με το γράψιμο, τη μουσική μου, το θέατρο, τον κινηματογράφο. Όλοι οι καλλιτέχνες έλεγε είμαστε αδελφές ψυχές. Ήμουν κι εγώ κάποτε καλλιτέχνης, τουλάχιστον για τον Bojan. Και να, στα αριστερά το παλιό μου γυμνάσιο, όμορφο, φρεσκοβαμμένο, νεοκλασικό. Δίπλα του σκαλωσιές, οικοδομικές εργασίες και μια ταμπέλα: “το παρών διατίθεται.” Πάει και το μικρό μαγαζάκι του κυρίου Κώστα που παινευόταν πως ήταν ο πρώτος σουβλατζής της Αθήνας. Είχε περάσει τα 80 προ πολλού βλέπεις. Το μαγαζάκι του χωρούσε μόνον εκείνον και όλοι κρατάγαμε το χαρτζιλίκι μας για να πάρουμε ένα σουβλάκι μετά το σχόλασμα με 250 δραχμές. Και να τον ρωτήσουμε ξανά για τις παλιές φωτογραφίες που είχε στους τοίχους του για να μας πει για ακόμα μια φορά ιστορίες που οι νευρώνες του μυαλού μας ήξεραν ήδη αλλά τα αυτιά μας δεν χόρταιναν να ακούν. Κι όμως, “το παρών διατίθεται.” Στρίβοντας δεξιά στη διχάλα πέρασα από το γηπεδάκι που καταφεύγαμε όταν κάναμε κοπάνα για να παίξουμε μπάσκετ. Ακόμα στη θέση του, και τα γκράφιτι των καλλιτεχνών του δρόμου ακόμη εκεί. Μόνο που η σιδερένια πόρτα του είχε κλείσει με ένα βαρύ ατσάλινο λουκέτο. Μια μαύρη γάτα μονάχα είχε καταφέρει να τρυπώσει μέσα και με κοίταζε με τα κίτρινα φωσφορίζοντα μάτια της υπενθυμίζοντάς μου πως εγώ δεν μπορώ πια να τρυπώσω στο γηπεδάκι. Υπενθυμίζοντας μου πως το δικό μου παρόν εκεί είχε διατεθεί προ πολλού.

Στρίβοντας δεξιά βρίσκω την οδό Τριπόδων, εκεί στο ύψος του Σχολαρχείου δίπλα στην Αμάλθεια και κατεβαίνω για να γυρίσω σπίτι υπενθυμίζοντας στον εαυτό μου να αγοράσει ένα καινούριο moleskine γιατί το παλιό μου έχει γεμίσει πια. Με τη μουσική μου στα αυτιά και περνώντας από το φανάρι του Διογένη είπα στον εαυτό μου βιαστικά: “τελικά μάλλον προτιμώ να κάνω αυτές τις διαδρομές χωρίς παρέα.” Δεν θέλω να νιώθω πως κάποιος άλλος μπορεί δυνάμει να διεκδικεί τους δικούς μου δρόμους, τις δικές μου στιγμές. Και μέσα σ’ αυτήν την κρίση μοναξιάς και παιδικής κτητικότητας ξαφνικά ένα οικείο πρόσωπο ανεβαίνει τη Μακρυγιάννη, ένα πρόσωπο που είχα να δω πολλά χρόνια που όμως γνωρίζω από παιδί. Καθώς προσπερνώντας με σταματώ και φωνάζω το όνομά της εκείνη στέκεται με γυρισμένη την πλάτη και χωρίς να χρειαστεί καν να με κοιτάξει κατά πρόσωπο ακούω να ψυθιρίζει το όνομά μου. Φυσικά δε χρειάστηκε τίποτα άλλο για να μετατραπεί ο περίπατος της μιας ώρας σε τετράωρη κουβέντα που θα κρατούσε περισσότερο και περισσότερο εάν δεν διαπιστώναμε πως είχε ήδη πάει έντεκα.

Γυρίζοντας προς το σπίτι δεν μπορούσα να σταματήσω να αναλογίζομαι την χρονική συγκυρία των σκέψεών μου και της τυχαίας συνάντησης. Δεν ξέρω, ίσως τελικά να μην έχουν αλλάξει όλα στους δρόμους μου, ίσως να μην έχουν μαραθεί όλες οι γαρδένιες και να υπάρχουν ακόμα τα μαγαζάκια εκείνα που δεν έχουν μετατραπεί σε φαντεζί μπουτίκ. Ίσως τα παιδιά να ανεβαίνουν ακόμα στο βράχο μου και να ονειρεύονται. Ίσως να πέθανε ο κύριος Κώστας, ο πρώτος σουβλατζής της Αθήνας, και “το παρών να διατίθεται” αλλά εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ τις φωτογραφίες και τις ιστορίες του. Ούτε και το στριφτό του μουστάκι. Γιατί ίσως το παρόν να διατίθεται αναγκαστικά κι εμείς πρέπει να βρούμε κατάλληλο αγοραστή. Όχι για να πετύχουμε την καλύτερη τιμή, αλλά για να διατηρήσουμε κάτι από το “παρόν” στο “παρών.”

Advertisements

One thought on ““Το Παρόν Διατίθεται” [sic]

  1. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνεις πάντα αλλά κάθε φορά που διαβάζω τα γραπτά σου κάτι συμβαίνει και με πιάνουν τα κλάμματα. Δε νομίζω να μου έχει ξανασυμβεί με τέτοια μεθοδικότητα. Το μόνο που μπορώ να σου ευχηθώ είναι να ευωδιάζουν πάντα οι γαρδένιες στο δρόμο σου και να διαθέτεις “το παρών” στους πλέον κατάλληλους ανθρώπους και αυτοί σε σένα. Γιατί μπορώ να πω εν πλήρει γνώσει πως θα είναι πραγματικά τυχερός όποιος μπορέσει να γνωρίσει το δικό σου “παρών” και ακόμη πιο τυχερός εαν του επιτρέψεις να σου διαθέσει το δικό του. Κάτι πολύ παραπάνω από τιμή ευκαιρίας..

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s