Butterflies


Εχθές το απόγευμα πήγα στην παρουσίαση του καινούριου βιβλίου ενός αγαπημένου μου προσώπου από παιδί. Μετά τις επανασυστάσεις με τους συνδαιτημόνες του τύπου “την τελευταία φορά που σε είδα ήσουν βρέφος!”, “πω πω εάν σε έβλεπα στο δρόμο δε θα σε γνώριζα, πόσο μεγάλωσες!”, μέχρι την ακόλουθη στιχομυθία με γνωστή ηθοποιό:

“- Θυμάμαι που είχαμε έρθει με τη Ρούλα και τη μαμά σου στο θέατρο τότε με την Αλίκη να σε δούμε! Α, τώρα είσαι στο εξωτερικό? Με τι ασχολείσαι?
– Δικηγόρος είμαι σε ένα από τα Διεθνή δικαστήρια, και κάνω και το διδακτορικό μου παράλληλα.
– Α….δικηγόρος, ε? (Ακολουθεί το γνωστό βλέμμα που συνδυάζει θαυμασμό, τρόμο, και αηδία) Και διδακτορικό? Από τα 23, κιόλας?
– Είπα να το πάρω μονότερμα να τελειώνω, να μη σπουδάζω και μέχρι τα 30. Τι να κάνεις…
– Τις άφησες τις τέχνες, ε? Το θέατρο, τη μουσική, τον κινηματογράφο? Κρίμα μωρέ…(ακολουθεί το βλέμμα με συνταγή μία κουταλιά συμπάθειας και τρείς κουταλιές κατάκρισης). Και δικηγόρος ή καθηγητής πανεπιστημίου καλά είναι όμως, εντάξει! Να καταπιάνεσαι όμως όσο μπορείς έστω και έμμεσα, θυμάμαι εγώ είχες πολύ ταλέντο σε όλα!
– Τι να κάνεις, καθείς εφ’ ω ετάχθη. Μεγαλώσαμε πια…”

Αφού λοιπόν οι επαγγελματικές μου ενασχολήσεις μόλις με τα βίας έπιασαν τη βάση και έτσι έλαβαν την έγκριση των παλαιών μου κυκλωμάτων, μπορέσαμε και προχωρήσαμε στην ουσία του όλου πράγματος: το βιβλίο. Διαβάζοντάς το εχθές το βράδυ δύο κομμάτια του μου έμειναν στο μυαλό, έκαστο για διαφορετικό λόγο. Αποφάσισα να αναρτήσω το πρώτο εδώ απόψε σε συνδυασμό με την παραπάνω συζήτηση, έτσι γιατί τα βρήκα σχετικά:

“Και είπε ο μέρμηγκας στον Θεό των μυρμηγκιών:
– Θεέ μου, με αδίκησες. Εγώ τρέχω συνέχεια με το κεφάλι σκυμμένο στη γη να κουβαλάω γεννήματα και εσύ έδωσες ηλεκτρική κιθάρα στον τζίτζικα. Ο τζίτζικας έγινε rock star και εγώ συνεχίζω με το κεφάλι σκυμμένο στη γη να κουβαλάω γεννήματα. Αλήθεια, Θεέ μου, δεν ξέρω αν μπορώ να σου το συγχωρήσω.” – “Σιωπηλές Ανατροπές” Ρούλα Μίχου-Κοσκινά.

Σήμερα άνοιξη ξανά. Καθώς κατηφόριζα την Αποστόλου Παύλου προς την Αρεοπαγίτου μια καφετιά πεταλούδα με πορτοκαλοπράσινες πιτσίλες ακούμπησε να ξαποστάσει στο καλντερίμι του δρόμου. Δίπλα τα χόρτα είχαν κιόλας ξεσταχυάσει κάνοντας παρέα στις λίγες παπαρούνες που ήδη φόρεσαν τα πασχαλιάτικα φουστάνια τους. Στο φόντο η Ακρόπολη με πιάτο την αρχαία Αγορά. Ήταν ευτυχισμένη, το κατάλαβα από το νάζι με το οποίο μου επεδείκνυε τα φτερά της μόλις πήρε χαμπάρι πως την κοιτούσα. Και ζήλεψα την καφετιά πεταλούδα με τις πορτοκαλοπράσινες πιτσίλες που μια μέρα ζωής της αντιστοιχεί μονάχα κι όμως κοντοστάθηκε στο πλακόστρωτο ενώ εγώ συνέχιζα να κατηφορίζω. Λες εμείς οι ανθρωπολαίοι να μπορέσουμε ποτέ να γίνουμε πεταλούδες, έστω και για μια μέρα?

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s