Famous Blue Raincoat


Αλήθεια δε θυμάμαι την πρώτη φορά που το άκουσα. Μόνο στο περίπου θυμάμαι, την εποχή, τα τεκταινόμενα. Άνευ σημασίας. Θυμάμαι όμως ένα Δεκέμβρη σε ένα σπίτι εκεί κοντά στο Clinton St. στο Lower East Side. Μόλις είχα επιστρέψει από το απογευματινό μου τρέξιμο στο πάρκο και είχε πλέον νυχτώσει. Βροχή έξω, σύνηθες για την εποχή. Eίχε πιάσει από νωρίς και καθόλου ασυνήθιστο για εμένα είχα λάβει τη χαζή απόφαση να επιστρέψω με τα πόδια σπίτι. Ήταν μια βροχή από αυτές τις δυνατές, τις απόλυτες. Από αυτές που σε ξεπλένουν μέσα και έξω, καθολικά. Από αυτές που ώρες ώρες μετατρέπονται σε μορφές κάθαρσης – δι ελέου και φόβου. Θυμάμαι μπήκα στο σπίτι στάζοντας από την κορυφή ως τα νύχια. Με κάθε βήμα τα παπούτσια μου έκαναν χλατς χλατς στο πάτωμα αφήνοντας υγρά ίχνη πίσω τους. Από τα ίχνη αυτά που δεν παρεξηγούνται, άλλωστε θα εξατμίζονταν μετά από λίγο. Αν και με τη υγρασία της πόλης τίποτα δεν είναι βέβαιο. Ανοίγοντας την πόρτα, λες και ήμασταν συνεννοημένοι (αλήθεια δεν ήμασταν), ακούω την εισαγωγή του famous blue raincoat να διαχέεται στο σαλόνι. Ύστερα ο σκύλος τρέχει και πηδάει πάνω μου, ο M μου φωνάζει να τρέξω να στεγνώσω για να μην αρρωστήσω και μου ετοιμάζει ένα τσάι. Ύστερα στο σαλόνι πάλι, απέναντι από το τζάκι με ένα τσάι στο χέρι, τον Leonard στο repeat και το σκύλο στα πόδια.

Εχτές με έπιασε πάλι μια από αυτές τις χαζές μου αποφάσεις και βγήκα να πάω μια βόλτα με το ποδήλατο στη θάλασσα. Είχε σταματήσει για λίγο η βροχή αλλά πριν τα μισά του δρόμου κιόλας ξανάρχισε. Ίδια βροχή με τότε, από αυτές που ξεπλένουν και την ψυχή σου μαζί με το σώμα σου. Φτάνοντας στη θάλασσα έκοβε λίγο, μόνο αυτό το ενοχλητικό ψιλόβροχο παρέμενε ως υπενθύμιση. Κάθισα λίγο στο παγκάκι μου (ναι έχω οικειοποιηθεί ως συνήθως ένα από τα παγκάκια) κι έβγαλα το moleskine από την τσέπη του μπουφάν. Βρεγμένο κι αυτό, κάποια από τα μελάνια είχαν κιόλας απλώσει στο νωπό χαρτί. Πάλι ο Leonard στ’ αυτιά. “Only when one grasps the evolutionary superiority of disappointment realizes that loneliness is the least evil,” γράφω βιαστικά. Κλείνω το moleskine και το βάζω στην τσέπη να μη βραχεί τελείως. Καβαλώντας το ποδήλατο στο δρόμο προς την επιστροφή δυναμώνει η βροχή. Πολύ αυτή τη φορά. Κι ο αέρας, τόσο δυνατός που από την αντίσταση μέχρι και η κατηφόρα ήθελε προσπάθεια στην ορθοπεταλιά. Φτάνω στην πόρτα του σπιτιού μου. Μπαίνοντας τα παπούτσια κάνουν το γνώριμο χλατς χλατς. Τα ίχνη αυτή τη φορά πιο μόνιμα, στη μοκέτα της εισόδου, πιο παρεξηγήσιμα. Θα εξατμιστούν κι αυτά, μόνο λίγο παραπάνω χρόνο θα χρειαστούν. Τρέχω να στεγνώσω και ετοιμάζω ένα τσάι, ο Leonard πάλι στον αέρα. Παράξενο το πως έρχονται στιγμές που σε ρουφάνε από την υπόλοιπη σου πραγματικότητα και σου δίνουν την αίσθηση πως βιώνεις μια άλλη, παράλληλη. Στο ίδιο ή και σε άλλο σύμπαν, δεν έχει σημασία.

Άλλη χώρα, άλλη εποχή, άλλη ζωή. Ίδια όμως η βροχή, και ο Leonard, και η αιτία. Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ, γούστο έχει.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s