Ε-ώνια [sic]


“Δε δύναμαι να γνωρίζω”, είπε
“Μπορεί να είμαστε παντού, με οποιονδήποτε τρόπο.
Μπορεί να ήταν κάτω από μια ελιά
αμέσως μετά τους πρώτους χτύπους του ρολογιού.
Και δεν μπορώ να ξέρω εάν θα σήμαιναν σιωπή
ή την αρχή ενός διαφορετικού είδους θορύβου.
Και θα μπορούσαμε να είμαστε τα πάντα, από λουλούδια μέχρι εραστές
Από χώμα μέχρι καταιγίδα και όλα όσα υπάρχουν ανάμεσα τους
Και όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει”

“Θα μπορούσε να σημαίνει τον κόσμο?”, αποκρίθηκε.

“Θα μπορούσε να μη σημαίνει τίποτα απολύτως.
Ίσως να κρατούσαμε φυγόδικα χέρια
αν μας είχαν εξορίσει στη ζωή, τιμωρημένοι
για καταπάτηση ξένης περιουσίας στο δρόμο προς την ολοκλήρωση.
Ή ίσως πράγματι να επιλέξαμε να εκτεθούμε στον έξω κίνδυνο
Γυρεύοντας μια άλλη τράπουλα για να μοιράσουμε
ξανά – δεν μοιάζει περισσότερο με προσευχή παρά με αμαρτία?”

“Τουλάχιστον θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει.”

“Μπορεί να μην συνυπήρχαμε χρονικά καν τότε.
Μπορεί ακόμα και αν συνυπήρχαμε να μην δίναμε δεκάρα ο ένας για τον άλλον
Μπορεί να είχαμε περπατήσει χιλιάδες πλακόστρωτα σοκάκια
Μεθυσμένοι, τραγουδώντας τραγούδια σε γλώσσες τώρα ακατανόητες.”

“Ίσως να είχαμε υπάρξει”

“Τώρα που στέκεσαι μαζί μου, στάσου κοντά.
Όπως τα μικροσκοπικά δευτερόλεπτα με ξεπερνούν
έτσι κι εσύ με κατακλύζεις με όλα όσα θα μπορούσαν να έχουν κάποτε υπάρξει”

“Δεν μπορώ να γνωρίζω, μπορεί να ήταν το οτιδήποτε, με τον οποιονδήποτε τρόπο.”

“Όπως θα μπορούσε να είναι όταν εμείς και ο κόσμος μπορούσαμε.
Πριν το σύρσιμο των δεικτών του Ρολογιού αποκτήσει αξία
Όπως τα πανύψηλα ξεθωριασμένα δευτερόλεπτα που με πνίγουν
Έτσι κι εσύ, εξίσου αχανώς και παροδικά, χιμάς με βία – μιλάς
για όλα αυτά που θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει”

“Σε θυμάμαι, παντού”

“Ακόμα και όταν δεν είχαμε ποτέ ζήσει ή πεθάνει?”

“Και ό,τι άλλο χωράει ανάμεσά τους. Μπορώ να σου πω για μας και για τότε
Γιατί μπορώ να μιλήσω για όλα εκείνα που θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει
Αν μονάχα ο χρόνος και ο χώρος ήταν τα όμορφα εργαλεία αυτού που δεν υπάρχει.
Θα σου σχεδιάσω ένα χάρτη, με τα μέρη που πήγαμε και μ’αυτά που δεν πήγαμε
Για να επιστρέψεις ή να πας και να με συναντήσεις για πρώτη φορά ξανά
Και αν και τα ξέρω ήδη, διηγήσου μου με το άρωμα του δέρματος σου
Όλα αυτά που θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει.”

“Ξέρεις πως δεν κρατάμε για πάντα. Ούτε καν εμείς.”
“Ξέρω πως ο κόσμος είναι μια μεγάλη και αργή έκλειψη”

“Αλλά υπάρχει χρόνος πέρα από το χρόνο μας, χώρος πέρα από την αναπνοή
Και εκεί, μπορούσαμε να είμαστε για πάντα, μαζί ή χωριστά.
Μπορούσαμε να έχουμε ένα σπίτι, με μικρούς λευκούς τοίχους – ή χωρίς
Μπορούσαμε να έχουμε ένα μικρό κρεβάτι και για τους δυο μας – η για κανέναν
Μπορούσε να είναι σε οποιοδήποτε μέρος και ανά πάσα στιγμή – ή όχι
Νάρνια, Δαμασκός, Ατλαντίδα, Λονδίνο..”

“Και όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει?”
“Θα μπορούσαν. Ίσως και όχι. Ποιός ξέρει?”
“Εγώ όχι. Θα μπορούσαμε να έχουμε υπάρξει..”
“Οπουδήποτε, οποτεδήποτε, με οποιονδήποτε τρόπο.”
“Μπορεί να με έλεγες μάνα, αδερφό, εραστή”
“Μπορεί να με έλεγες πατέρα, γιο, αδερφή”
“Μπορεί να σε είχα δει στο δρόμο, στο κρεβάτι μου ή πουθενά”
“Μπορεί να σε είχα δει στα όνειρά μου, στις ελπίδες μου, στην οθόνη της τηλεόρασης”
“Αλλά – ”
“Αλλά όλα αυτά απλά θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει”

Happiness Is This


“The time comes when it can’t be said; one’s too shy to say it, he thought, pocketing his sixpence or two of change, setting off with his great bunch held against his body to Westminster, to say straight out in so many words (whatever she might think of him), holding out his flowers, “I love you.” Why not? […] Here he was walking across London to say to Clarissa in so many words that he loved her. Which one never does say, he thought. Partly one’s lazy; partly one’s shy. […] For he would say it in so many words, when he came into the room. Because it is a thousand pities never to say what one feels, he thought, crossing the Green Park and observing with pleasure how in the shade of the trees whole families, poor families were sprawling […] here he was in he prime of life, walking to his house in Westminster to tell Clarissa that he loved her. Happiness is this, he thought. […] He was holding out flowers – roses, red and white roses (but he could not bring himself to say he loved her; not in so many words). But how lovely, she said, taking his flowers. She understood; she understood without his speaking; His Clarissa. […] (But he could not tell her he loved her. He held her hand. Happiness is this, he thought) […] He had not said “I love you”; but he held her hand. Happiness is this, is this, he thought […] And there is a dignity in people; a solitude; even between husband and wife a gulf; and that one must respect, thought Clarissa, watching him open the door; for one would not part with oneself, or take it against his will, from one’s husband, without losing one’s independence, one’s self respect-something, after all, priceless.”

Virginia Woolf – Mrs Dalloway

P.S. Because some things cannot and should not be translated.

Το Εξπρές


Και κάπου εκεί που ήσουν σίγουρος πως δεν έκανες λάθος
Κάπου εκεί που ο εγωισμός του πεντάχρονου δε σ’ άφηνε να αλλάξεις γνώμη
Κάπου εκεί ανάμεσα ξάφνου πετάγεται ορατά το λάθος.
Και ως νομικός σκέφτεσαι, για στάσου, δε γίνεται, πρέπει να τραβήξω μια αναλογία
Και την τραβάς και μοιάζει με κάτι σαν erratum posterior derogat errato anteriori
Και σκέφτεσαι πως πάλι βερμπαλίζεις αλλά δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς
Και κάπου εκεί ανάμεσα στο λατινίζοντα βερμπαλισμό, την ευκτική που επιδιώκει να γίνει οριστική και το συντελεσμένο μέλλοντα που μετουσιώνεται σε ενεστώτα
Κάπου εκεί ακούς το εξπρές που σφυρίζει και νιώθεις τις ράγες κάτω από τα πόδια σου
Κάπου εκεί αντιλαμβάνεσαι πως δεν κατέβηκες ποτέ, δεν άλλαξες ποτέ τρένο, απλώς βαγόνι – μέχρι το κυλικείο για νερό το πολύ
Κι ακούγεται από το βάθος γνώριμη η φωνή να σε καλεί.
Και επιτέλους την ακούς χωρίς τα χέρια να καλύπτουν τα αυτιά σου
Και βλέπεις την πόρτα, κοιτάς τον αριθμό και θυμάσαι το βαγόνι. Βάζεις το χέρι στην πίσω τσέπη του μπλουτζήν και πιάνεις το κίτρινο χαρτάκι του εισιτηρίου, εκεί το είχες βάλει, πώς δεν το σκέφτηκες νωρίτερα?
Κι όλα ταιριάζουν, η πόρτα, το χαρτί, ο αριθμός, το εισιτήριο, η φωνή, ο ενεστώτας, η ευκτική
Πιάνεις το μπρούτζινο χερούλι της πόρτας και το σέρνεις προς τα αριστερά με δύναμη – πώς να μη χάσεις το δρόμο σου που όλες μοιάζουν ίδιες σχεδόν!
Κάπου εκεί δίπλα στο παράθυρο βλέπεις τη θέση σου να σε περιμένει, αγέρωχη.
Και κάπου εκεί σκέφτεσαι πως κάποιες φορές το λάθος είναι αναπόφευκτο. Γι αυτό πρέπει να σχεδιάζεται με επιμέλεια. Αφήνεις το νερό στο τραπέζι, κοιτάς γρήγορα έξω από το παράθυρο, ύστερα δίπλα σου, ακουμπάς το κεφάλι σου στο μαξιλάρι, κλείνεις τα μάτια κι αφήνεις πίσω σου τη γραμμή να τελειώνει.

Υ.Γ. Κάποτε αφόριζα τις συγκρίσεις. Ακόμα τις αφορίζω, απλώς πλέον μπορώ και αναγνωρίζω παράλληλα τη χρησιμότητά τους. Ευτυχώς που η αστυνομία συνείδησης αποτελεί ανθρώπινη κιτς φαντασίωση. Ευτυχώς που στο βασίλειο του κιτς θα αποτελούσαμε τέρατα. Τελικά μάλλον τις ευχαριστώ τις συγκρίσεις, έστω αφοριστικά.

Τα Τραίνα


Υπάρχει μια σχεδόν σχοιζοφρενική τάση στη σχέση μεταξύ ανθρώπων και τρένων. Σου έχω μιλήσει πολλάκις, εν μέρει για να αιτιολογήσω και τη φήμη της γκρίνιας μου, για τις ενοχλήσεις που μου προκαλεί η απόσταση γενομένη από τρένα, αεροπλάνα και άλλα συναφή μέσα μαζικής μεταφοράς. Πρόκειται για ένα δίλημμα μεταξύ των αντιδιαμετρικά αντίθετων εννοιών της δυνατότητας και της επιλογής, της αναγκαιότητας και της ευκαιρίας. Ένα ατέρμονο ταξίδι συγχώρεσης ημών για όσα το τραίνο μας υπεξαιρεί γιατί εν τέλει θα τα φέρει πίσω ή εν πάση περιπτώσει θα πάει εμάς σε αυτά την επόμενη φορά. Αλλά και από την πλευρά των τρένων μια αέναη συγχώρεση καθώς για κάποιο λόγο θεωρούμε πως υπάρχει κάτι που πρέπει να συγχωρεθεί.

Κι όμως, θα ανακαλύψουμε πως πληρώνουμε το τίμημα μιας άδικης κατηγορίας έλλειψης και χαμού με τον πλέον απλό και αρχέγονο τρόπο, τον αγαπημένο του Μαρκησίου, αδικώντας τους ίδιους τους εαυτούς μας. Με το να μετράμε τις 2, 6, 8, 10 ώρες ταξιδίου και τις αφίξεις. Αυτές οι αφίξεις που κάποτε – πάντοτε – θα μετουσιωθούν σε αναχωρήσεις ξανά ανακαλύπτοντας πως τίποτα δεν θα σβήσει την απόσταση γιατί καμία απόσταση δε σβήνεται. Και εννοώ καμία απόσταση γιατί ο χρόνος από εμένα σε εσένα, από εσένα σε εκείνη, από εμάς στον οποιονδήποτε δεν αποτελεί αποζημιώσιμο μέγεθος όπως και τόσα άλλα που στέκουν ασηπτικά κάτω από τη φωτεινή ταμπέλα που γράφει “αυτονόητο”.

Και εκεί καταλαβαίνεις πως έπραξες ορθά γιατί είναι κοινός τόπος οτι ο Ενεστώτας κερδίζει πάντοτε έναντι όλων καθώς τα πράγματα έτσι είναι, με το Συντελεσμένο Μέλλοντα να κρυφακούει πίσω από τη χαραμάδα της πόρτας.

Δε φταίνε όμως τα τρένα, ούτε εκείνα που μας αναγκάζουν να επιβιβαστούμε σε αυτά. Φταίνε όλα εκείνα που δε θα έπρεπε να στέκουν ποτέ ανάμεσα σε δύο σταθμούς, από τσιμέντο ή από ράγες, από ανάσες ή από αρρυθμίες.

Δεν πειράζει όμως, μέχρι το επόμενο μπιγκ μπανγκ θα την παλέψουμε κι έτσι.

Do I Dare


Do I dare
Disturb the universe?
In a minute there is time
For decisions and revisions which a minute will reverse.
For I have known them all already, known them all–
Have known the evenings, mornings, afternoons,
I have measured out my life with coffee spoons;
I know the voices dying with a dying fall
Beneath the music from a farther room.
So how should I presume?

Silence is an element of fear, I once argued. Little did I know. Now I don’t even dare to break it.
Time past is inversely proportional to audacity. Thankfully.

P.S. “And would it have been worth it, after all […] to say: “I am Lazarus, come from the dead“. It is only in the sunset of dissolution after all that even the guilotine is illuminated by the aura of nostalgia. Instead, it could be the perfect time I picked up The book again; and you finished yours.