Thine Own


You know those petty anonymous hours between night and dawn. Some people – perhaps the strange ones, perhaps the not so strange – label them under an Aristotelian scarcity. Just like it, they also belong to the Interim, of the sharing and of the belonging; the scarcity of a second mind, an alter architecture maybe not of more words but of another silence. To hang on to in between, at least a tad further from the fever of your own silence. There are some such hours when we are too little for the great solitude as much as throughout our life we hold it to be our comrade. Those sometimes, when sleep sweats your dreams until they become screams with low viscosity that sneak in the lower part of your chest, like secret animals on their way to the place they chose to go die. And the gasp that solidified our clay whistles through the tombs of our little graveyard. If you awaken, don’t look at the moon, don’t look at the sky, don’t stare at the deserted streets. They have nothing enough for your inside to fill up with and you are not enough to fill them up.

You will recall walking the same hours on the cobblestone of medieval cities with a suitcase at hand overflowed by shafts and holes. You will remember leaving, you will remember purging, you will remember trying. Not even once will you be able to hold yourself accountable for one entirely owned personal failure. The graves that deepen your breaths don’t fit in any bottle. And everything you miss, minute by minute, incessantly, will never be saved; in no tomorrow.

With the sun, with the people, you may forget; you may keep them, you may stamp on them, throw them, be found by them. You may be wanted, be begged for, they may return. You may listen to them and the sound of their lips may briefly blunt the great silence of your soul. Yet during these hours, the Interim ones; these hours that await in between the worlds, those worlds within the walls, you have nothing except the images of a different life. Perhaps a life of yore, far away from here. Together.

You have nothing more than dreams; dreams full of backsides.

Εσύ κι ο Κόσμος


Η μόνη πραγματική διαφορά μεταξύ της αυγής και του σούρουπου είναι αυτό που φεύγει κι αυτό που έρχεται.

Ο κόσμος σου αποκαλύπτεται σε στρώματα.
Το πότε και το πώς εξαρτάται από τις πρώτες φορές σου.
Την πρώτη φορά που είδες μια αστραπή.
Την πρώτη φορά που έριξες μια φευγαλέα ματιά στο παντοτινό.
Την πρώτη φορά που κατάλαβες πως δεν είσαι μόνος εκεί έξω.

Ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου το έχω περάσει σε μπαρ: πίνοντας, γράφοντας, μιλώντας με ανθρώπους που έπιναν ενώ θα έπρεπε να γράφουν.
Όταν δεν έγραφαν, έγραφα εγώ τα Λόγια τους για εκείνους.
Έγραψα τα Λόγια για όλους μας.
Ήταν μια από τις πρώτες μου φορές.
Η πρώτη φορά που κατάλαβα πως η διήγηση και η γραπτή επικοινωνία είναι κομμάτι της ιστορίας. Όχι της γενικής μα της ειδικής.
Η πρώτη φορά που αντιλήφθηκα πως αυτή η ιστορία είναι δικιά μου να την πω και να τη γράψω.
Η πρώτη φορά που αναγνώρισα το κάλεσμα του εαυτού μου σε φως και σε σκοτάδι.
Η πρώτη φορά που το ακολούθησα.

Έχασα πολλά στοιχήματα, έχασα και πολλή ανοησία.
Πολλές θεωρίες αυτοανεραίθηκαν.
Μερικές φορές κάτι καταλήγει εκεί ακριβώς από όπου ξεκίνησε.
Στη θεωρία αυτό είναι ένας κύκλος.
Στη ζωή είναι τέλμα. Γύρισμα του τροχού. Πείσμα.

Ψαχουλεύουμε ανάμεσα στα στρώματα,
Στραβοκοιτάμε για να βρούμε τη νεραϊδόσκονη.
Τα έξυπνα παιδιά θα σου πουν πως είναι απλά σκόνη –
Αυτές οι τελίτσες και το χνούδι που βλέπεις όταν ανοιγοκλείνεις ή τρίβεις τα μάτια σου.
Από εσένα εξαρτάται το να πιστέψεις. Αν δεν πιστέψεις τότε ναι, είναι απλά σκόνη.
Αλλά πάντα παραμένει μια ιστορία που μπορείς να πεις.

Η πρώτη φορά που είδες τη θάλασσα. Η πρώτη φορά που υποκλίθηκες στη σκηνή ή εισέπραξες χειροκρότημα. Η πρώτη φορά που ένιωσες πόσο μικρός είσαι. Η πρώτη φορά που κατάλαβες πόσο μεγάλος μπορείς να γίνεις.

Ο κόσμος μοιάζει να γαντζώνεται από το φως του ήλιου αντιπαλεύοντας τον ερχομό της νύχτας. Και το πρωί, αποβάλλει το σκοτάδι με ανυπομονησία. Κάποιες φορές ο κόσμος δεν ξέρει τί κάνει.
Νομίζω πως συνέβη σε ένα sound check, ή σε μία πρόβα ρούχων, ή σε ένα κοκτέιλ πάρτι μετά το τέλος μιας διάλεξης.
Ήταν η αυγή του μεγάλου και η ρήξη του λίγου. Τότε, όταν ήμουν ακριβώς εκεί στην κόψη των δύο.
Νομίζω πως τότε ήταν που συνέβη.
Ήταν τότε νομίζω που είδα τη σκόνη.

Και στράφηκα να σε κατηγορήσω.
Να σε κατηγορήσω που έδιωξες τις νεράιδες από τη σκόνη μου.
Μα η αλήθεια είναι πως το μόνο που έγινε ήταν οτι μεγάλωσα. Σούρουπο και αυγή. Και η ιστορία που έγραφα όλη μου τη ζωή τελικά απεδείχθη πεπερασμένη.
Υπάρχει τελικά μια αρχή, μια μέση και ένα τέλος. Θέλουμε δε θέλουμε.

Εγώ απλά ήθελα να είμαι στη μέση. Αυτό μόνο.

Η πρώτη φορά που ένιωσες την καρδιά σου να χτυπά και να σπάει. Η πρώτη φορά που έχασες το αυτοκίνητό σου και περπάτησες τα πέντε χιλιόμετρα στο σκοτάδι μόνος. Η πρώτη φορά που διαπίστωσες απο πού μαζεύεις υλικό. Η πρώτη φορά που κοίταξες δύο μάτια και δεν είδες τίποτα παρά συναισθηματική έρευνα.

Η ιστορία είναι αυτή που το φτιάχνει. Η ιστορία είναι αυτή που το σκοτώνει.
Και θα σου έλεγα το εξής: θα άξιζε την τιμή της εάν ποτέ διαβαζόταν.
Μα θα σου υποσχεθώ κάτι άλλο: δεν υπάρχει διέξοδος.

Έχασα το στόχο στην πλάτη. Βρήκα το δρόμο μου μέσα από τις πόλεις σου. Έχασα τις νεράιδες μου και βρήκα τη σκόνη σου. Όλες τις πρώτες φορές μου, σε κάθε μέθη μου.

Και κράτησα το Λόγο μου.

Υ.Γ. Θέλεις να πιστέψεις πως είσαι διαδραστικός. Θέλεις να πιστέψεις πως θα συνεχίσεις να βλέπεις τη νεραϊδόσκονη. Μα μια μέρα ξάφνικά σταματάς. Δεν είναι εύκολη η μετάβαση: το να βλέπεις στο φως, το να βλέπεις στο σκοτάδι.

Είναι όμως απλώς αυτό που συμβαίνει όταν γράφεις την ιστορία σου μέσα από τη νύχτα. Και μαθαίνεις να το αγαπάς. Και μαθαίνουν να αγαπούν το σκοτάδι σου. Δεν είναι όλα στη θέση τους όταν αυτό συμβαίνει?

The Fear


It is fear that makes us drink when we’re already drunk.
It is fear that makes parents pick up their kids from school.
It is fear that wakes us at night to touch the person on the other side of the bed.
It is fear that makes us subjective, compliant, lenient, trustworthy, kind, unpredictable, rude, good or bad, phoney.
It is fear that makes us pick up the phone.
It is fear that makes us fall in love.
It is fear that makes us say “don’t go”, “never”, “forever”, “really”.
It is fear that keeps us awake until the sun is up.
It is fear that gives us no reason to get up from bed.
It is fear that makes us come up with arguments, create art, start conversations, be silent in love, cry when we are not alone.
It is fear that makes us care for everyone we don’t admire.
And it is fear that we prefer to be loved simply by those we care for.
It is fear that makes us want, and it is fear that makes us wish.
It is fear that moves us; it is fear that defines us.
It is fear that makes us believe that everything matters.

It is the fear of this eternal
This unrevokably facsimile each and every time “something”, getting lost

Blood and souls, to hell with them:
There is no more time left to be afraid
And I stop.

P.S. Redemption lies in the loss of expectations. Otherwise, if you are lucky, comes a day when you finally let go.