Η Κική


Αυτή η Κική έχει κοσμήσει τοίχους και τοίχους, διαδικτυακούς και μη. Έχει ενοχλήσει αυτιά και αυτιά με το παιδιάστικο τραγούδισμά μου. Έχω επαναλάβει φορές και φορές πόσο αγαπώ τη λέξη κοκκινάδι. Μου θυμίζει Παγκράτι, Καλλιθέα, Ακρόπολη, Νέο Κόσμο, Λυκαβηττό, Γκάζι. Την αγαπώ την Κική, στο έχω πει και στο έχω ξαναπεί. Θυμάμαι κάποτε στο αυτοκίνητο έπαιζε από cd που δεν ήταν δικό μου. Είχες πει πως η Κική ήταν σίγουρα δική μου παρέμβαση στην playlist. Πράγματι ήταν.

Μου θυμίζει Παγκράτι τότε όταν η μάνα μου με τραβολόγαγε στο σχολείο που έκανε μάθημα γιατί δεν είχε πού να με αφήσει μια μέρα που το δημοτικό μου ήταν κλειστό. Θυμάμαι την τυροπιτού στο απέναντι πεζοδρόμιο. Φορούσε ένα κόκκινο, κατακόκκινο κοκκινάδι στα χείλη σαν αυτό της Κικής. Ποιός ξέρει, μπορεί να τη λέγαν και Κική.

Μου θυμίζει Καλλιθέα τότε στο Γυμνάσιο όταν πήγαινα με το τρόλεϊ στο σπίτι της κυρίας Γεωργίας για μάθημα γαλλικών. Δεν την πήγαινα μία την κόρη της, το είχε χάσει προ πολλού. Πώς να το πω στη μάνα μου και να πιστέψει πως η κόρη της καλύτερής της φίλης ήταν για τα σίδερα. Πέταξα κι εγώ την τσάντα στα σκουπίδια μια μέρα και είπα πως με έκλεψαν. Ούτε μια γρατσουνιά, κανείς δεν το υποπτεύθηκε και το μάθημα ακυρώθηκε.

Μου θυμίζει Ακρόπολη και παγωτό. Μετά το σχολείο ανεβαίνοντας την Αδριανού για το σπίτι με την Eastpack στην πλάτη και το βήμα αυτό που έχουν τα δεκατετράχρονα. Ξέρεις, αυτό το αργό, το ολίγον τί συρτό, αυτό το βήμα που δεν έχει καμία άλλη έγνοια στον κόσμο. Περπατάω ακόμα έτσι άραγε; Εσύ θα ξέρεις. Σκέφτομαι πώς να περπατούσα εκείνο το πρώτο βράδυ που σε ανάγκασα να ανεβούμε την Αδριανού; Ή όταν πηγαίναμε για παγωτό, μεγάλο παιδί εγώ πια. Να περπατούσα τι ίδιο άραγε;

Μου θυμίζει Νέο Κόσμο τότε που έπαιζα μπάσκετ στο γηπεδάκι στο βουναλάκι. Όλο το καλοκαίρι το περνούσαμε σ’αυτό το βουναλάκι, μερόνυχτα. Πόσες φορές μου είχε βάλει τις φωνές η ελληνίδα μάνα που αργούσα να πάω στο σπίτι. Πού μυαλό εγώ, τί με ένοιαζαν οι φωνές, τις είχα συνηθίσει. Να αφήσω τους φίλους μου και τη μπάλα για να πάω σπίτι; Και γυρνούσα στις έντεκα το βράδυ παιδί στο δημοτικό μέσα στα χώματα και τη μαυρίλα από πάνω μέχρι κάτω. Έχω χρόνια να πάω στο γηπεδάκι αλλά την επόμενη φορά που θα κατέβω στην Ελλάδα θα έρθω. Το πήρες και το έφτιαξες, έφερες τα παιδιά της γειτονιάς πάλι στο βουναλάκι μας. Το πόσο σε καμαρώνω στο είπα αλλά δεν μπορώ να στο πω αρκετά.

Μου θυμίζει Λυκαβηττό, ξέρεις εκείνη τη χωμάτινη αλάνα πάνω από το σχολείο. Γυρίσανε κι ένα βιντεοκλίπ τραγουδιού εκεί τώρα πρόσφατα, το έβλεπα εδώ από την ξενιτιά και το χάζευα. Τρέχαμε στην αλάνα και μετά στις μπασκέτες. Μετά πίσω για μάθημα, αν και όπως. Ξέρεις, λέω στους φοιτητές μου όταν με ρωτάνε ότι εγώ στο σχολείο δεν ήμουν πρότυπο μαθητή. Έκανα τα δικά μου, πήγαινα δεν πήγαινα στο μάθημα. Ευτυχώς που η μάνα μου κάπως το κυνήγαγε αλλά πόσο να με κυνηγήσει κι αυτή, την ψυχή της έβγαζα. Είμαι νομίζω ο μόνος άνθρωπος που ξέρω να λέει πως πέρασε καλά στις πανελλήνιες. Ποτέ δεν το πήρα στα σοβαρά το σχολείο, τί τα θέλεις, το μυαλό πάνω από το κεφάλι μου το είχα και τότε και έπειτα. Οι φοιτητές μου δε με πιστεύουν, δεν μπορούν να το διανοηθούν. Υπάρχουν όμως ένας δύο που στο μάτι έχουν την ίδια γυαλάδα με το δικό μου. Ένας δύο, μη φανταστείς, μέτριοι στους βαθμούς. Σαν κι εμένα. Όμως αυτοί με πιστεύουν. Δεν τους στο λέω αλλά τους χαίρομαι πολύ περισσότερο από αυτούς με τα δεκάρια. Γι αυτή τη γυαλάδα που έχουν στο μάτι.

Μου θυμίζει Γκάζι και το μπουρδέλο απέναντι από το οποίο παρκάρω το αυτοκίνητο συχνά πυκνά. Δεν είναι μπουρδέλο, είναι “studio” με ροζ νέον φώτα να το δηλώνει. Πάντα παρκάρω, κοιτάω την ανοιχτή πράσινη μεταλλική πόρτα και τα ξύλινα παντζούρια και αναρωτιέμαι πώς να είναι μέσα. Πάντα αναρωτιέμαι αλλά κωλώνω να ανέβω την μεταλλική σκάλα του δυόροφου και να δω με τα μάτια μου. Ψέματα σου λέω δεν κωλώνω, φοβάμαι μήπως προσβάλω τις κοπέλες με την περιέργειά μου. Δε θέλω να το ρισκάρω, προτιμώ να μείνω με την περιέργεια. Εσύ τα ξέρεις τα κολλήματά μου αυτά, άλλοτε σε ενοχλούσαν και άλλοτε όχι. Τί τα θες, μάλλον ο μπαμπάς φταίει γι αυτό. Η διακριτικότητά του και ο υπερβολικός σεβασμός του στους ανθρώπους. Όταν ήμουν μικρό νομίζω πως θα ήταν σίγουρος ότι δεν είχα πάρει τίποτα από εκείνον. Τώρα που μεγάλωσα δεν είναι τόσο εύκολο να το δει αλλά νομίζω πως μοιάζω σ’ εκείνον περισσότερο από κάθε άλλον. Περίεργο πράγμα αυτή η ανθρώπινη φύση. Θυμάμαι και τις βόλτες μας στο Γκάζι, από μαγαζί σε μαγαζί που ποτέ δε θα έμπαινα και όμως μπήκα και ξαναμπήκα μαζί σου και μαζί τους. Και η ζωή ήταν ωραία εκεί απέναντι από το μπουρδέλο με τη ροζ επιγραφή.

Τώρα δε ζω στο Αϊντάχο αλλά όσο πάει και το πλησιάζω. Εσύ ξέρεις όμως πως δεν τις μπορώ τις αλλαγές. Πώς να το αφήσω πάλι κι αυτό το σπίτι για ένα καινούριο αλλού; Δεν τις μπορώ τις αλλαγές. Δε θα αφήσω τους ψυχαναγκασμούς όμως να νικήσουν. Ποτέ δε τους αφήνω. Ούτε αυτούς ούτε και τα άλλα, ξέρεις, αυτά που μου έλεγες οτι βάζω πάντα τη λογική να τα κερδίζει. Δε στο έχω πει ποτέ άλλα πάντοτε χαμογελάω κρυφά από μέσα μου όταν μου το λες. Σκέφτομαι την έλλειψη κάθε λογικής τότε όταν, ξέρεις, κι όμως εσύ πάντοτε μου το λες.

Κάνω κι εγώ ο,τι μπορώ σαν την Κική. Διαφέρουμε κάπου όμως, κάπου που ούτε η Κική δε θα σκεφτόταν πως κερδίζει. Στην Κική το τραγούδι δε χρειάζεται να της θυμίζει τίποτα. Ανοίγει τα παντζούρια της στο Παγκράτι, την Καλλιθέα, την Ακρόπολη, το Νέο Κόσμο, το Λυκαβηττό, το Γκάζι και τα έχει. Κι η ζωή είναι ωραία ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνει. Ποιός ξέρει, ίσως μια μέρα μπορέσω να γυρίσω κι εγώ εκεί.

A Furtive Tear


A handful, some metal, friction. One more falling star in your deep palm, weak light at the end of your white cigarette, the signpost of an apprentice Prometheus. You stare, your irides glare at the negative pressure, and everything beats once against the pupils and once against the eyelids. The world huddles to get in, to get in on time before you blink.

Your lips don’t dare to stain the smile, your arm stretches upwards or embraces downwards – same thing. You try to see yourself in this picture so that you can remember somewhere that sometime, this place had come to you.

People pour out of your lachrymal glands; finite forces you wish were incalculable. At the time all this might have not been so important and loss might have been just a note on the list hanging against the fridge; an alternative product next to happiness. At the time nothing might have needed to be important. At the time, ecstasy might have seemed like a bad omen. It’s enough though – lest you end up forgiving them.

One handful, a little bit of skin, warmth. Only one horizon for your blind steering wheels, deep down to where the lips end. You interlock ten dim fingers and turn palms into resonators for the silence of the parallel horizons so that you can remember that this place once was for you.

It’s enough though – lest you end up forgiving me.

P.S. Un solo istante i palpiti del suo bel cor sentir..