Εξομολόγηση


Η ανάγκη για εξομολόγηση είναι δυνατή. Και καταστροφική. Και κάποιες φορές εγωιστική όσο δεν πάει. Δεν φτιάχνει πάντοτε τα πράγματα, δεν είναι απελευθερωτική για όλους. Μερικές φορές είναι το πλέον εγωιστικό πράγμα που μπορείς να κάνεις στον άλλον.

Η ενοχή είναι ένας δύσκολος σταυρός να σηκώσεις. Καρφώνουμε τους εαυτούς μας σε αυτόν, τον σέρνουμε μαζί μας σαν τιμωρημένοι εραστές. Τα βράδια τον γδέρνουμε με τα νύχια μας σκαλίζοντας πάνω του σημάδια για να θυμόμαστε ή για να ξεχάσουμε. Την ημέρα τον καταριόμαστε και μόλις βρούμε την ευκαιρία να τον ξεφορτωθούμε πείθουμε τον εαυτό μας πως αυτό είναι το “σωστό”. Όταν δεν αντέχουμε άλλο βρίσκουμε τον τρόπο να γλύψουμε τις πληγές μας και να το βάλουμε στα πόδια. Για μερικούς από εμάς δε γίνεται ποτέ αρκετά αιματηρό, δε γίνεται ποτέ αρκετά ζωώδες.

Ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής είναι τραγικά περίπλοκο. Όμως αυτό το κομμάτι δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Αλήθεια, είναι πολύ απλό. Το να πληγώσεις κάποιον με το να απαλλάξεις τον εαυτό σου από το φορτίο είναι ο απόλυτος κοινός παρονομαστής της ιδιοτέλειας. Όσο συναισθηματισμό και ρομάντζο κι αν του ρίξουμε. Όσο.

Η ζωή δεν είναι φτιαγμένη από σωστό και λάθος. Δεν είναι ειλικρινής ούτε ξεκάθαρη. Δεν είναι πάντα μονόδρομος. Είναι φτιαγμένη από παραμύθια κι από εμετό. Είναι αρχές και τέλη. Είναι εκτίμηση και απώλεια. Είναι το πώς αποτυγχάνεις. Το πώς χάνεις το δρόμο στην πίσω αυλή του σπιτιού σου.

Μερικές φορές δεν έχει σημασία ποιά θεωρείς πως είναι η πυξίδα της ηθικής σου. Μερικές φορές η καρδιά σου είναι τυφλή και η ματιά σου στραμμένη λάθος. Και το στομάχι σου δε θα πει ψέματα ούτε θα δικαιολογήσει. Έχεις απλώς και απόλυτα την επιλογή του να μην πληγώσεις τον άλλον.

Έχεις την επιλογή να κουβαλήσεις το δικό σου σταυρό. Έχεις την επιλογή να βγάλεις το σκασμό.

Υ.Γ. Τα λεω για να τ’ ακούσω, μη φανταστείς.

Advertisements

Πάντα Εκεί


Δίνουμε ζωή σε μέρη που αποφασίζουμε πως πρέπει να ζήσουν. Σε νεκρά μέρη. Σε μέρη δίχως χρώμα, δίχως γεύση. Σε μέρη που έχουν πεθάνει. Είναι δύσκολο να αντιμετωπίζεις νεκρά μέρη. Εκείνα τα πραγματικά, απτά μέρη που κάποτε βρισκόσουν. Μέρη που ποτέ δε θα ξαναβρεθείς.

Ένα σπίτι που μεγάλωσες. Μια πόρτα δωματίου που έσπρωχνες τουλάχιστον δέκα φορές τη μέρα για χρόνια. Από αυτήν την πόρτα έμπαινες στο δωμάτιό σου. Εκεί άνηκες, στην καμάρα κάτω από αυτήν την πόρτα. Ήταν η πόρτα σου. Ήταν κομμάτι του εαυτού σου. Και τώρα στέκεσαι στο δρόμο, χρόνια μετά, μπροστά σ’ αυτό το σπίτι σαν ξένος, σαν ένα άγνωστο πρόσωπο. Δεν μπορείς να ξανασπρώξεις εκείνη την πόρτα. Κάποιος άλλος ζει εκεί τώρα. Δεν είναι πια το σπίτι σου. Και παρόλο που εκείνο θα είναι πάντοτε κομμάτι του εαυτού σου εσύ δεν είσαι πια κομμάτι του.

Ένα γραφείο. Σε ένα κτήριο, σε κάποια πόλη που αποκαλούσες πόλη σου. Ένα γραφείο που ήταν το δικό σου γραφείο. Ένα γραφείο όπου καθόσουν για χρόνια, κάθε μέρα, πέντε μέρες την εβδομάδα. Ένα γραφείο που άκουσε τις σκέψεις, το γέλιο σου. Ένα συρτάρι του που μέσα του πετούσες τα κλειδιά σου κάθε πρωί. Τώρα ανήκει σε κάποιον άλλον. Κάποιος άλλος έχει τη δουλειά σου, κάποιος άλλος βρίσκεται τώρα στη θέση σου. Δεν μπορείς να πετάξεις τα κλειδιά σου σ’ εκείνο το συρτάρι ξανά.

Ένας φίλος που κάποτε μιλούσες. Ένας εραστής που κρατούσες. Μέρη στις καρδιές των ανθρώπων, στις ζωές των ανθρώπων που τα έκανες σπίτι σου. Που ζούσες. Αυτές οι αγκαλιές που κάποτε γνώριζες, αυτά τα μέρη στο χρόνο που δεν μπορείς να ξαναβρεθείς πια. Δεν υπάρχει επιστροφή. Δεν υπάρχει γυρισμός. Δεν μπορείς να ξαναπάς σε αυτά. Ποτέ. Δεν μπορείς να κάνεις μια τέτοια στροφή, μια τέτοια επιστροφή.

Έχεις φύγει, διά παντός.

Ο χρόνος περνάει, τα σπίτια πουλιούνται, οι δουλείες χάνονται, οι εραστές ξινίζουν, οι φίλοι αλλάζουν πεζοδρόμιο. Υπάρχουν μέρη στη γη που περπάτησες. Που τα έκανες σπίτι σου. Που τώρα πια δεν είσαι καν ευπρόσδεκτος. Θα πρέπει να αποτελεί συνεχή υπενθύμιση το ότι όλα είναι εφήμερα. Και ότι ποτέ και πουθενά δε θα ανήκεις για πάντα. Πάντοτε θα έρχεται η μέρα που θα είσαι ανίκανος να αγγίξεις τους ανθρώπους και τα μέρη που κάποτε έλεγες σπίτι σου.

Στο τέλος θα είσαι πάντοτε ξένος. Πάντα εκεί.