Ερινύες


Θα μπορούσα να πω οτι δε ξέχασα ποτέ αυτό το ύφος στο πρόσωπό σου. Μα η αλήθεια είναι πως δε το θυμάμαι. Μόλις που έριξα μια φευγαλέα ματιά. Δε μπόρεσα. Εγώ, με το βλέμμα και τον εγωισμό. Εσύ με ανοιχτό το στόμα και σε πλήρη απόσυρση να στέκεσαι εκεί δίπλα στην τυφλή γωνία.

Θα μπορούσα να πω οτι υπάρχει μια ισορροπία στα πράγματα. Δε βρήκαμε κανένα βραβείο πάνω στο γραφείο. Απλά δύο άνθρωπους που πήγαν στο διάολο. Και άλλοι. Και περισσότεροι. Δεν κράτησα τίποτα. Δε μπόρεσα.

Θα μπορούσα να σου τα πω. Θα μπορούσα να περιγράψω την ουσία εκείνων των στιγμών σε όποιον τις έζησε και δε μπορεί να τις πετάξει από πάνω του. Θα μπορούσα ίσως να σου πω και το γιατί. Μα εσύ δε ζητάς αιτίες και λόγους. Και υπάρχουν τόσοι λόγοι. Είναι μόνο που κανείς τους δεν είναι αρκετά καλός. Θα σου τους έλεγα. Μα δε μπόρεσα.

Θα μπορούσα να πω πως έμαθα μέσα σ’ αυτά τα χρόνια. Έμαθα τα ελαττώματά μου. Νομίζω πως ο κύκλος κλείνει στο ίδιο μέρος με διαφορετική όμως προοπτική. Γι αυτό δεν ξέρω αν αυτό που είμαι τώρα είναι καθόλου καλύτερο ή λιγότερο ελαττωματικό. Αλλά θα σου πω το εξής: δε θέλω ποτέ να αισθανθώ έτσι ξανά. Αυτό και μόνο θα αποτρέψει την όποια πιθανή επανάληψη. Εάν μια κάποια άλλη στιγμή περάσει μέσα στο χρόνο θα πω απλά πως δε μπόρεσα.

Μίλια ταξίδια και χρόνια αλλαγής έχουν περάσει. Τότε κανείς από τους δύο μας δε πίστευε πως θα ερχόταν μια μέρα που θα είχαμε φτάσει τόσο μακριά από εκείνες τις στιγμές. Και όσο πιο μακριά πηγαίναμε τόσο πιο κοντά βρισκόμασταν σε μια κάποια προοπτική που δανείζει κατανόηση. Και τύψη.

Η σαπίλα που ποτέ δε ξεθωριάζει, η ηθική που ποτέ δε πρόσεξα. Και παρ’ όλη τη μεταμέλειά μου ο κόσμος συνεχίζει να μεγαλώνει και να μικραίνει κάθε μέρα.

Δε μπόρεσα να ζητήσω συγγνώμη τότε. Έπρεπε να περάσουν χρόνια μέχρι τελικά να το φτάσω. Μα τώρα τη γνωρίζω την παρατεταμένη αίσθηση. Τώρα τις ξέρω καλά τις ερινύες. Τώρα ξέρω πως θα έκανα τα πράγματα διαφορετικά εάν μπορούσα. Εάν. Μπορούσα.