Wishful Thinking


I would be blissful to know that one day you’d have only good things to say to me. I would want you to tell me the night before and to sleep with this anticipation that is enchanting. I would like to wait for the day that, even though I’ d wish it not to fade, I would equally not be afraid of it ending. I would like to be able to look at the sun without my eyes squinting; to sit in the dark with nothing hanging outside the door. I would want all the mistakes to be blithe and all the rights not to be vile. I would like cigarettes not to kill, music not to hurt so. I would want it to be only due to ecstasy every time the eyes lost focus. I would want lips to bend more easily, ideally in harmony with the knees. And to linger, just like the hands ought to.

I would like touch to be less sharp and words less dreary. I would want us to forget nothing but not remember everything. I would like to be able to think of you without being afraid I won’t do all I can. I would want things to be different without changing anything. I would like to expect everything and what I have never to be just another possible option. I would want to have three wishes and not be able to even think of one to make. In the sound of the word “serenity”, I would like to remember instead of yearn. I would want to carry my body instead of being carried into it. I would like to see things from within, having no idea how they should be. I don’t necessarily want to be happy; it is enough for me to think that I am.

P.S. I could probably come up with some form of wordplay with the word “mist”, Ms Carole King.

Advertisements

Entering Chorazin


Πρέπει να ομολογήσω πως έχω πράγματι αποτολμήσει εκείνα που βρίσκονται κάτω από το δέρμα, με τη λιγότερη δυνατή προετοιμασία. Η θέρμη τους μου ήταν οικεία παρόλο που είχαν την αίσθηση ξένου, ίσως και εξωτικού. Όμως θυμάμαι το χιόνι έξω από το παράθυρο και το τρίξιμο που έκαναν οι σανίδες του κρεβατιού, ένας ήχος άσπιλος και αθώος. Μάλλον γι αυτό και μπορώ ακόμα να τον φέρω στη μνήμη μου τόσο εύκολα.

Πρέπει να ομολογήσω πως έχω δει το Θείο να αποσπάται από το ανθρώπινο κομμάτι του, με τη μεγαλύτερη δυνατή απάθεια. Ο θάνατος ήταν ήδη μια έννοια που υπάκουε χωρίς κόπο στην ταραγμένη οπτική μου γωνία. Θα πρέπει να αναρωτήθηκα μπροστά στην ευκολία του φόνου μα από την άλλη, ο φόνος είναι μια λέξη που χρησιμοποιεί κανείς όταν του γίνεται συνήθεια, δεν είναι έτσι;

Πρέπει να ομολογήσω πως δοκίμασα την απάθεια, με τέτοια ελευθερία όσο κανένας άλλος. Τότε έμοιαζε με πειραματισμό μα ποιόν προσπαθώ να κοροϊδέψω; Μόνο μέσα από την αποστασιοποίηση μπορεί κανείς να παρατηρήσει, και οι παρατηρήσεις έγιναν καθώς έπρεπε και μεγάλωσαν και πολλαπλασιάστηκαν και αναπλήρωσαν το φλοιό και μεταλλάχτηκαν σε δόγματα.

Πρέπει όμως να ομολογήσω πως υπήρξε ένα κομβικό σημείο οπού η παλιά καλή λογική κατέρρευσε. Με την ίδια λογική τότε μπορεί να πίστευα στις νεράιδες, να έσκαβα ένα δρόμο μακριά από όλα εκείνα που μπορούσαν να μετρηθούν. Μπορεί ακόμα να επιστράτευα την προσωπική μου Χώρα του Ποτέ και να ορκιζόμουν πως θα την προστατεύσω από όποια ξαφνική χειραψία με την πραγματικότητα. Όμως μεγάλωσα και θυμήθηκα το παλιό ξόρκι: “το τέλος κάθε παιχνιδιού είναι να νιώθεις αληθινός.”

Πρέπει να ομολογήσω πως ως άλλο άβουλο ον έχω κοιτάξει πίσω από τον καθρέφτη. Ξέχασα γιατί το πράσινο πάντοτε σημαίνει δηλητήριο αφου μέσα από τη συγχώρεση αναζήτησα την κατάκτηση – και κοιμήθηκα με έναν εχθρό που μου έμοιαζε τόσο μα είχε τόση περισσότερη κακία και τόσο λιγότερη ανθρωπιά. Όμως το τέλος δεν είναι κρότος και το τέλος δεν είναι λυγμός – εκτός βέβαια εάν το έμφραγμα είναι ταυτόσημο του οργασμού – και όλα εκείνα που θα μπορούσαν να είναι βίαια έγιναν μουχλιασμένα και πικρά και κοινότοπα.

Πρέπει να ομολογήσω πως τράπηκα σε φυγή μέσα στην ολοκλήρωση. Αγκάλιασα το αιώνιο και εκείνο έγινε αιχμηρό. Έχω ματώσει τα για πάντα σε θάλασσες και σε γουλιές και σε μαξιλάρια. Και ξεπλύθηκα ανάμεσα στο θάνατο και στην ανοσία μα υπάρχει κάτι το τόσο επικίνδυνο στο να γεμίζω όλες τις ραφές που ανακαλύπτω. Φτιαγμένο από θέρμη και κατά συρροή ανθρωποκτονία, ένα κομμάτι αληθινό, ένα κομμάτι ρεμβασμός, μισό κομμάτι δόγμα και μισό κομμάτι κτήνος.

Πρέπει να ομολογήσω πως ο δρόμος προς την αναπροσαρμογή είναι μακρύς, μακρύς ο δρόμος προς τη χαρτογράφηση νέων αστερισμών. Όμως μέχρι τότε, κουβαλάω ένα παλιό σύμπαν μαζί μου, σαν ένα όνομα που κανείς δεν έχει ξανακούσει, σαν ένα μέρος που κανείς δεν έχει ξαναδεί. Ένα κομμάτι μου νιώθει τη θέρμη ενός ήλιου που έσβησε πριν καν το άλλο κομμάτι μου προλάβει να γεννηθεί.

Κοιτάω επίμονα μέσα σε έναν καθρέφτη που δεν αφήνει το δόλο να περάσει και έτσι έγκλειστο το ασημένιο πρόσωπό μου παρατηρεί και μελετάει την άλλη άκρη της αβύσσου, ένα πορφυρό ομόλογο του οποίου το όλο μειδίαμα πρόσωπο καίει για μια τρέλα που, μαζί με τοσες άλλες ευκαιρίες, χάθηκε.