Η Πλώρη


Θέλω να γείρω στην πλώρη ενός αγκυροβολημένου πλοίου προγραμματισμένο να σαλπάρει το πρωί. Καθορισμένο να σαλπάρει για κάποια άγνωστή μου στεριά, η οποία δεν ξέρει τη γλώσσα μου ούτε κι εγώ τη δική της. Με ένα τσιγάρο στο χέρι και λίγο καπνό στη νύχτα υπάρχει πάντα η φωτιά μέσα σου και μια ανάγκη συγχώρεσης για όλα εκείνα που κανείς ποτέ δε τα θεωρεί λάθη.

Θέλω να αφήσω τα πάντα πίσω, να ξεκινήσω εκ νέου σε μια γωνιά της γης που είναι φτιαγμένη και υπάρχει μόνο για ξεκινήματα. Εγώ μαζί με έναν δύο άλλους ανώνυμους, δέσμιοι στην ίδια αόριστη απόδραση, ορκισμένοι στην ίδια εκπλήρωση.

Μα το ξέρω πως μόλις έρθει η αυγή, η θέση μου στην πλώρη θα είναι άδεια. Θα αγοράζω καπνό στη στεριά στην τιμή που τον δίνουν στους ναυτικούς αφού ρεμετζάρουν με το ίδιο νόμισμα που όλοι γύρω χρησιμοποιούν. Ίσως μετά να αγοράσω και ένα χάρτη με τα ρέστα.

Μέσα στον κόσμο ολόκληρο δεν υπάρχει ένα μέρος, ένα μέρος όπου να μπορώ να πεθάνω σαν κάποιος άλλος άνθρωπος. Ένα μέρος όπου δε θα λαχταρώ ξανά το επόμενο πλοίο, δεν υπάρχει ένα κομμάτι γης να με διδάξει το σακατεμένο συναίσθημα της μεταμέλειας του να αφήνεις τα πάντα πίσω σου. Ούτε ένα ανάχωμα γης ή σάρκας να με κάνει να αισθανθώ πως κάποτε ήμουν κάποιος του οποίου ο χαμός ήταν τόσο ανεπανόρθωτος, που κανένα τσιγάρο, κανένα καράβι, ή μακρινή γη δεν θα είχαν ποτέ ελπίδα να τον απαλύνουν.

Υ.Γ. Κι όμως το Νησί θα περιμένει πάντα κάποιον Αύγουστο, ξανά.

Advertisements