Αδιόρθωτα

Γύρισα.
Ανεβαίνω τη Σταδίου.
Όμορφη νύχτα.
Και πριν και τώρα.
Πρώτο φανάρι. Δεύτερο. Τρίτο. Τέταρτο.
Μπαίνω Φιλελλήνων.
Πρώτο, δεύτερο φανάρι. Κάπου εκεί λέω να στρίψω αριστερά. Να ανέβω Αμαλίας και μετά δεξιά Βασιλίσσης Σοφίας και Μεσογείων – όπως κάποτε.
Τέτοια ώρα.
Κάπου δυο-τρεις το πρωί. Τέτοια ώρα πάντα, κάποτε.
Να περάσω τη γέφυρα και να γελάσω κάπου εκεί στο φανάρι για Παπάγου που το ξεχνούσα πάντα.
Να θυμηθώ ότι θα έχουν κλείσει το δρόμο για πάνω – κάτι για φωτιές, δεν κατάλαβα ποτέ κι ας έκανα πως.
Κι ύστερα πάλι να σε θυμάμαι να μιλάς για την αγαπημένη σου ώρα, βράδυ, στο αυτοκίνητο, καλοκαίρι, με το παράθυρο χαμηλωμένο, στο αυτοκίνητο, με ένα τσιγάρο στο χέρι που ποτέ δεν επέτρεπα μα πάντοτε άναβες.
Να σε θυμάμαι, αιώνες πριν, σε μια πιλοτή.
Παιδιά.
Εγώ σίγουρα, κι εσύ μάλλον κι ας μη το λεγες.
Και σήμερα αποχαιρέτησα για πάντα ένα παιδί.
Και δεν είμαστε παιδιά πια ρε γαμώτο.
Δεν έχουμε όλο το χρόνο, δεν μας ανήκει.
Ποτέ δεν τον είχαμε.
Τώρα ακόμα λιγότερο.
Δεν έστριψα.
Τι νόημα παρά μια χούφτα ξεπεσμένες αναμνήσεις.
Μα δε μένει και τίποτα άλλο.
Ξέρεις, δεν είναι που όταν έρχομαι αναπολώ το παρελθόν.
Αυτό το κάνω κι από μακριά.
Είναι απλά που,
στιγμές,
αναρωτιέμαι πώς μπορείς να ζεις χωρίς εμένα.

Advertisements