Except Life

Podophyllotoxins. Our secret dreams
Surviving as someone else’s painless nightmares
Unable to be realized by one own
Under no epithelium
And for which no needle or diameter
Is enough for telescopic theorizations
Of the future.

Ornidazole. For the initiators of dualism
For all those who are conditional
Those who hold the yoke without a scarf
And for those who do not forget how to wear it
Ignoring the spots and the gray donation.
For them the victory podium
Only has two spots.

Tetracyclines. Heirs of romantic times
When the complication of the trivial
Was absinthe and roses and condemnation
And wounds beyond the heart and chills
The missteps of the heir
The one with teeth that tasted the moon
From the start.

Phenol. For every souvenir
Every little sign of battle.
Eccentric medals shinning in the dark
White, a parody of tradition and purity
For those whose memories are prey
And, who, like in wild tribes with spears of wood,
They pierce themselves.

Cotrimoxazole. For the soft days
Our small, shared common points
At the edges of our worlds, who longed for
Each other.
The dawn is still far, not like then
But the motors of lust and the white skin
They are still entangled.

Erythromycin. For the glory of hot days
Still boiling in the groin of the abuser
Light pain, suited for good memories.
Time never healed anything except life
And all the hidden reminders, sooner or later
Expand – and our hidden holds
They revolt.

Ticonazole. For everyone present
For ubiquitous patrons
Those who never made an appointment
But they found you
For the simple, the given
For those who lived in your warmth
For all those who did not rise
Because they were not supposed to.

Interferons. For the living
Who bit the cup with every sip
For those who did not desire walls or resistance
Who stand unarmed in front of a thousand faces
For those who see hope as yet another word
And who regularly and painlessly
Are synonymous with the end.



Μα τα όνειρα δε θα χαθούν
Θα παραμείνουν, όπως το άρωμα
Από θυμάρι και ποδοπατημένες παπαρούνες
Σεμνά κάτω από τη διχαλωτή οπλή
Ημίθεων του δάσους.

Τα όνειρα δε θα χαθούν
Γιατί η κλήτευση ήταν παλιά
Και οι λέξεις αχρησιμοποίητες
Και η θάλασσα έπινε τον ήλιο
Όσο η λευκή πόλη καιγόταν.

Και το φεγγάρι ήταν μισό νεκρό
Και τα αστέρια ήταν από καπνό
Όταν το τέλος του κόσμου
Έπεσε επάνω μου, με χείλη τρυφερά.

Όχι, τα όνειρα δεν θα χαθούν
Από τους λεκέδες στο πρόσωπο
Και από τις εξαγνισμένες ανάσες
Ξέρω πως τα όνειρα δεν θα χαθούν.

Η χαμένη μου Σηγώρ ξαναχτίστηκε
Μέσα από καιόμενα οστά Θεού
Χωρίς ίχνος αλατιού για τον θεατή
Χωρίς άλλα εγκαύματα στην πλάτη.

Γιατί τα όνειρα δεν θα χαθούν
Αφού ψιθύριζαν το όνομά μας
Καθώς οι πόλεις μας κατέρρεαν
Στα βάθη μιας υπόσχεσης
Ότι τα όνειρα δεν θα χαθούν


The Specter

There is a specter within us, a ditch so great. A deep trench, so deep that the stature of hope cannot rise and look off, and so wide that dreams, love, sudden joy and carelessness jump and fall into it without their air-course even crossing it.

There is a dormant specter around each one of us, and from time to time we get to witness all that it spins in its sleep, those moments when the world turns gray and our veins go numb for a breath. And sometimes the specter wakes up and tries to escape, and runs over the roofs scaring birds and cats – you’ve seen cats hunting specters haven’t you? – and breaks the finest roof tiles. And it lurks behind the edge, before the mute voice that defines us slams unheard-of between our ears. Then we turn our gaze to the specter, and it frets and trembles under the glare of our blind eyes.

There is, in each one of us, a great sorrow, a sorrow we put out with violence and whose words we melt with our heels. We spit it out when we get caught with it, and we hang it like a scarecrow – and if its likes want to join too, come along! Its loss thunders and resounds within our glittering armor, and our gentle smile is proof of murder when we pass through its flaccid air.

But then there are moments, quick moments of trance and need, joy and pride, when the scarecrow separates the eyelids, and looks back at us with a gentle smile. You have heard the sound you make when you break, it is dull and rhythmic and floats inside your chest – no one lives without breaking, you know? And then the beams and bricks fall apart, everything turns into an obtuse crimson storm that sweeps, floods the sternum, floods the eyes and coughs up life and weeps strength. On the peak of our greatness, where we sit peacefully on our throne and proudly gaze at our steel walls and our soulless, relentless armies, when our eyes stand still and the pulse quiets – then, from the trench that is paved with all the good and the worthy that gave way, the specter that we can’t humanly let go returns walking over dead bodies.

Till it All

Σώπασε τις φωνές
Αυτόν τον ψίθυρο της νύχτας
Σώπασε το θόρυβο
Που γλιστράει ανάμεσα στα μάτια μου
Σκιές που ποθούν τη θέα σου
Δέρμα κάτω από το δέρμα στην εκπνοή·
Κόψε τον φόβο εγκάρσια στα άκρα
Κατέστρεψε τα ρολόγια και όλες τις λέξεις
Στα πεδία θανάτωσης των γλωσσομάδων
Προορισμένων να καταπίνουν όρους υγρασίας
Κράτησέ με στα σκοτεινά παλλόμενα βάθη
Ανάμεσα στα βλέφαρα
Όσο το αίμα κρατάει ρυθμικά το κάλεσμά σου
Στο βάθος, στα βαθιά
Εκεί που η αναπνοή καταρρέει στη δόξα
Εκεί που τα σώματα σέρνονται από το βάρος των φτερών
Και στην έκσταση αφήνουν τους χάρτες να μεγαλώνουν αέναα
Όσο οι κοιλάδες της σάρκας επιτρέπουν στο χρόνο να σκιαγραφεί την αλλαγή
Στις ρωγμές και στις κορυφογραμμές των ημερών που δεν έχουν ακόμα έρθει
Ας κοιτάξουμε τις φωνές που σιωπούν
Ας δούμε τους θορύβους να σπάζουν
Για μια καλοκαιρινή έκλειψη στο χείλος των ματιών σου
Ας πιούμε, ας πιούμε
Ωσότου οι φωτεινοί αστερισμοί στην άκρη των χειλιών σου
Μάθουν τα ονόματά τους κάτω από στρώματα δέρματος
Στο βάθος, στα βαθιά
Άσε τον κόσμο να χορέψει μέχρι το φεγγάρι να πέσει χωριστά
Άσε όλα τα τέλη να παλέψουν ξανά
Χωρίς ύπνο, χωρίς ύπνο
Μόνο με τον ήχο από τα γέλια των παλιών λευκών ονείρων
Καθώς βυθίζονται, μεθυσμένα και πνίγονται
Στον απύθμενο ωκεανό των σεντονιών μας
Όπως τα ξεβγάζει το πρώτο φως της μέρας.


Μεγάλα πράγματα, και οι σκιές τους, μνημειώδεις κάτω από τον ήλιο
Μικρά πράγματα, που διατηρούνται σφιχτά σε παλάμες και σε μικρά χάρτινα κουτιά
Μεγάλα λόγια, που ανταλλάσσονται με ψίθυρους ή ανάμεσα σε δάκρυα
Μικρές λέξεις, αποτυπωμένες αιώνια στο μυαλό, κάτω από τη μύτη μας
Κάτω από τους θορύβους μας
Όλα καταρρέουν.

Τα πράγματα που ξεχάσαμε πολύ, κάτω από τα συντρίμμια: διόδια των επιτυχιών μας
Τα πράγματα που θυμόμαστε για πάντα, καρφωμένα στα χείλη και τις αισθήσεις μας
Οι στιγμές της έκπληξης, ο σωστός χώρος και χρόνος για μας
Για να ζήσουμε το δικό μας προσωπικό θαύμα
Και οι υπόγειες ώρες της ρουτίνας μας
Η καυτή ηρεμία της ναρκοληπτικής ύπαρξης
Όλα καταρρέουν.

Η αρχιτεκτονική αυτού που κάποτε ήταν ψυχή
Τα σχέδια αυτού που κάποτε ήταν μέλλον
Οι προσδοκίες αυτού που κάποτε ήταν όνειρο
Οι προσταγές της πρωτοβουλίας αυτού που ήταν ζωή
Όλα τελικά καταρρέουν.

Κάποιος σε είδε να τεντώνεις το χέρι σου
Κάποιος σε είδε να χαμογελάς
Μια κοινή ματιά, μια αφή νικελίου δύο όψεων
Ένα κοινό κρεβάτι, ένα κοινό όνειρο, τόσο συνηθισμένα
Ωστόσο τόσο φευγαλέα
Στην κοινή και μοναδική τους

Μπορώ να φανταστώ μια εποχή ευτυχίας
Λευκοί τοίχοι και ανοιχτόχρωμα παντζούρια
Μια κατσαρόλα και ένα μεσημεριανό γεύμα που βράζει
Ήχος από κλειδιά στην πόρτα
Βραδινή βροχή στα παράθυρα
Φως δίπλα στο μαξιλάρι
Μπορώ να φανταστώ μια στιγμή ολοκλήρωσης
Και κατάρρευσης.

Βλέπω τους οβελίσκους της ελπίδας
Ανυψωμένους με χαρά σε κάθε μικρό μέρος που ονομάζουμε δικό μας
Η σκιά τους στο φως του μεσημεριού σαν ηλιακό ρολόι
Για κάθε ηλικία, αδύνατο ή όχι.
Και με ένα χαμόγελο που σκορπίζει στάχτες από τα χείλη
Τα βλέπω όλα να βουλιάζουν.

Στέκεσαι στο πεζοδρόμιο
Πετώντας ένα τσιγάρο που δεν άναψε ποτέ
Παρατηρείς με περιέργεια την έκρηξη
Και συστηματικά γίνεσαι μάρτυρας όλων εκείνων που


Περπάτησα χτες
Κάτω από τα αστέρια και τα αρχαία ερείπια
Ανάμεσα σε πλήθη χαρούμενα
Σε γέλια γέρων
Και σε βλέμματα περίεργων νέων
Σε ταξιδιώτες και τουρίστες
Ανάμεσα σε ντόπιους
Και σε ανθρώπους σαν κι εμένα
Ανθρώπους ενδιάμεσους.

Και η πόλη μου μου είπε
Ή ίσως την άφησα να μου πει
Τελικά, ότι με γνώριζε.

Και επέστρεψα την ανάσα της
Όταν το αεράκι έχασε για λίγο το δρόμο του
Υπόλοιπο χιλιάδων δώρων
Πήρα τόσα πολλά ως δεδομένα
Για τόσο πολύ.

Έχω ξεβάψει σε μέρη άλλα
Κάποια ξένα, κάποια μεγάλα
Επιστρέφοντας σε μικρά βαθουλώματα
Στις κάτω πόρτες της μνήμης.

Κι αυτό το μέρος
Ήταν πάντα μια σταθερά στο μυαλό μου
Για αναχωρήσεις ή εκδρομές
Ποτέ σπίτι, κυρίως κάστρο
Όπου θα κουβαλούσα τα λάφυρα
Να τα γλεντάμε.

Αλλά περπάτησα στο δέρμα της
Και για λίγο παρεισέφρησε κι εκείνη κάτω από το δικό μου
Μεταδίδοντας τη ζεστασιά εκατομμυρίων πολέμων
Μια πόλη που μπορεί να υποφέρει τα πάντα
Και να παραμένει αιώνια
Μια πόλη που οι έξω την φοβούνται
Που αναγνωρίζει την απλότητα ως εντολή
Μια πόλη όπου τα κορίτσια δεν φορούν μάσκες
Δικαίωμα που κερδίζεις κάτω από έναν ήλιο δακρυγόνου
Και καθώς βυθιζόμουν μέσα στο δέρμα της
Όπως οι μικρότεροι των εραστών
Όπως ένα χνούδι στο αριστερό χέρι του θεού
Ήπια, ξανά και ξανά
Ήπια και γλίστρησα
Γλίστρησα από τα χείλη στο στήθος της
Όχι πια άνθρωπος ενδιάμεσος
Χωρίς ψέματα σκαλισμένα στον καθρέφτη
Γλίστρησα για όσο μπόρεσα
Και με τα κοινά μας χείλη, χαμογέλασα.

Υ.Γ. Για δες, κάποτε παιδιά. Στο μπαλκόνι, βγες. Κάτω οι ζωές. Βάλε και καρδιά, να φύγω.


Υπήρχε ένα παιδί με αστέρια στα χέρια του
κρυμμένα τραγούδια στα μαλλιά του και μια ανατολή στην πλάτη του
Σε μια εποχή που οι δρόμοι ήταν ατελείωτοι
στρωμένοι με χρυσό, οδηγώντας πάνω από το όνειρο

Υπήρχε ένας τόπος χωρίς ορίζοντες
όπου όλα τα πράγματα μπορούσαν να γίνουν με το χτύπημα ενός ραβδιού
όταν ο κόσμος ήταν ακόμα μαγικός και τα βήματα φίλοι
κι η ζωή ξεχείλιζε από το φλιτζάνι χαμόγελα και χρόνο

Τώρα η καμπύλη έχει χαραχτεί και το έδαφος έρχεται πιο κοντά
η φωτεινή τροχιά μου έχει γεράσει μέσα στην καθημερινή βαρύτητα
και οι επιλογές που με οδήγησαν και με μετέφεραν και με κράτησαν
αιωρούνται μακριά από τα δάχτυλά μου που πέφτουν

Δεν λυπάμαι πραγματικά για όλα αυτά που συνέβησαν
κι ούτε λυπάμαι για εκείνα που δεν έχουν συμβεί
αφού στο τέλος είμαστε μόνο στάχτες
η απουσία σου με κάνει να μην το ξεχνώ

Δεν λυπάμαι πραγματικά για όλους τους δρόμους που δεν πήραμε
και υπάρχει ακόμα λίγος χρόνος να τους προλάβουμε
αλλά η αλήθεια είναι ότι έκανες τόσο λάθος
για την πίστη και τις ελπίδες που με ανάγκασες να κουβαλήσω

Τώρα το φωτοστέφανο που κάρφωσες στο μέτωπό μου σκούριασε
δεν μπορώ να θυμηθώ σε ποιο συρτάρι το φυλάω
και τα φτερά που θα έφερναν όλα τα όνειρά μου κοντά
τώρα είναι πούπουλα μέσα στο μαλακό μου μαξιλάρι

Τώρα το παιδί με τα αστέρια στα χέρια του έχει μεγαλώσει
και αν και νέο είναι τόσο γκρίζο όσο ήσουν εσύ
χωρίς πίστη, χωρίς απώλεια, χωρίς όνειρα
είναι χαρούμενο που δεν είσαι εδώ να το δεις

Καθώς καθόμουν στο χρυσό στρωμένο πλακόστρωτο
κοιτάζοντας τα παπούτσια κάτω στο δρόμο
που τρέχουν προς τους κενούς ορίζοντες
Δε λυπόμουν για τίποτα

Τίποτα δεν έχει πάει τόσο λαμπρά όσο θα ήθελες
όλα έχουν πάει τρομερά σωστά
Δεν είσαι εδώ για να δεις αλλά σου έφερα λίγα λουλούδια
με τον δικό μου ένοχο τρόπο να σε συγχωρήσω

Υπήρχε ένα παιδί με φτερά στους ώμους του
που ξεχωρίζει από το πλήθος, ο μεσσίας της γειτονιάς
αλλά οι παλάμες του ξεθώριασαν τ’ αστέρια που κρατούσε
και είναι πια ξεχασμένα σε κάποιον τσαλακωμένο λαιμό

Δεν λυπάμαι στ’ αλήθεια που τα αφήσαμε όλα πίσω μας
Δεν λυπάμαι που δεν είμαι πια το όνειρό σου
Στο τέλος, είμαστε όλοι στάχτες ανακατεμένες με σκόνη από αστέρια
Και αυτό, χαίρομαι που δεν μπορώ πια να στο πω.

Υ.Γ. Τι κοιτάζεις άραγε;