Feuerzeug

Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Η εικόνα στέκεται για λίγο ακόμα
Σαν εξηγήσιμο θαύμα
Μια προμνησία με φωτογραφικές αποδείξεις.
Όπως το σώμα σου, γδυτό
Έτσι απογυμνώνουμε τις μέρες μας στη γνώση.
Με όλη του την αφανή δόξα
Το παρόν κυλά μέσα στους ιστούς μας
Ποτέ ξανά μαγικό
Ποτέ ξανά απροσδόκητο
Αλλά αντίθετα αναμενόμενο
Απαιτούμενο
Δικαιωματικό.

Με απαξίωση για λέξεις τόσο απόλυτες
Όσο επιτρέπεται μόνο στην ανάμνηση
Αφήνω τα δάχτυλά μου ελεύθερα επάνω στο δέρμα σου
Τόσο σταθερά και τυφλά
Όσο μόνο η συνήθεια μπορεί να σφυρηλατήσει.
Τις κατακλείδες των τελετουργικών μας
Τις έχουμε φωνάξει δεκάδες φορές
Τις έχουμε ακούσει άλλες εκατοντάδες
Και πενθήσαμε την απώλεια του ξεχωριστού,
Του μοναδικού, του υψηλού, του τελευταίου κομματιού που λείπει.
Το σπάνιο, το συμπληρωματικό και το αναγκαίο
Έχει γλιστρήσει ανάμεσα στα δάχτυλά μας φορές σχεδόν αμέτρητες.

Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Η εικόνα στέκεται για λίγο ακόμα
Σαν ένα πατημένο μονοπάτι πίσω από την πλάτη μου.
Ο θάνατος παίρνει εύκολα τη μορφή του
Όσο κόβει βαθιά η περιφρόνηση σου για ό,τι νομιζα(με).
Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Γελάω με το παιδί που τα χρόνια μου επέβαλαν να γίνω
Ποθώντας πράγματα άλυτα αντί για φωτεινά
Αλλά ο θάνατος παίρνει εύκολα τη μορφή μου
Όπως και κάθε άλλο τέλος.

Κι έτσι αφήνω το τσιγάρο να σβήσει επάνω στο μαξιλάρι
Αφήνω τη φωτιά να διασκεδάσει τα όνειρα.
Έχω κάνει, έχω υπάρξει
Έχω ονομάσει κι έχω ονομαστεί:
Οι λέξεις μας και τα δάχτυλά μας
Έχουν αντηχήσει σε σκέψεις και έχουν συρθεί πάνω σε πρόσωπα
Φαντασμάτων και σάρκας.

Θαμμένοι βαθιά στη σιωπή μας
Καταγράφουμε κάθε γύρο
Με κέρδη και απώλειες
Στοιβαγμένα στην ίδια στήλη.
Και καθώς το κρεβάτι τινάζει τις στάχτες του
Καθώς τα σεντόνια μεταμορφώνονται σε καπνό
Στέκεσαι στην κόψη της φλόγας
Ανάμεσα στην ψυχρή ζέστη του παρελθόντος μου
Και την αφελή ασφάλεια του παρόντος σου
Στοιβαγμένα στην ίδια στήλη.

Better to Reign in Hell […]

Η άγρια ​​αλήθεια είναι ότι η καλοσύνη που κηρύττουμε
Περιστρέφεται γύρω από την έννοια ενός απόντος κακού
Περιλαμβάνει το τυφλό σημείο μιας διαθήκης που αντιλαμβάνεται
Τον εαυτό της ως κάτι αυτοεξαιρούμενο
Διαλύεται σε λέξεις που είναι είτε πολλές είτε πολύ λίγες
Για να αποτελέσουν δομή αδιαπέραστη από δίψα.

Η απρόσεκτη νεότητα επιβαρύνεται με το φταίξιμο
Για τις τυχαίες επιθέσεις ενάντια στην ίδια την τύχη
Για τον εαυτό της που διαιωνίζει
Το προσωρινό
Μετατρέποντας την πραγματικότητα της σάρκας σε βασική πεποίθηση
Εγωιστικής ανιδιοτέλειας, με ανοσία στην εξέλιξη.

Τράβηξε αίμα και μετά απάλυνέ το. Οι σπόροι της ειρήνης
Ριζώνουν στη σύγκρουση, η απώλεια και η απουσία
Σκοτώνουν αρκετό από τον εαυτό σου, ώστε ο υπόλοιπος να μεγαλώσει
Χάνουν αρκετό από το Θεό σου, έτσι ώστε ο πίθηκος να βρει καταφύγιο
Μην ξεχνάς ποτέ να μην θυμάσαι
Και το μονοπάτι θα μετατραπεί σε δρόμο.

Η άγρια ​​αλήθεια είναι ότι η αποθέωση που επιδιώκουμε
Εξακολουθεί να μην αξίζει στην ασυνάρτητη, κουτσή ψυχή μας
Και κάνει τον ταπεινό κύκλο της μέσα από λεωφόρους ιστού
Που κατοικούν στην πρωτεύουσα διάλεκτό μας, στην υγρή, ωμή γλώσσα μας
Και μέσα σε κότσια και τένοντες και μυες και νεύρα
Αυτός ο περαστικός ναός είναι ο ίδιος το μόνο είδωλο που μπορεί να κρατήσει.

Γιατί το δέρμα σου είναι ο αγωγός της θέλησης
Γιατί τα λόγια σου είναι οι τελευταίες αληθινές εντολές
Γιατί απουσία κακού είναι να αναγνωρίζεις τη σάρκα
Ο παράδρομος για τη λογική, το μέσο για μια αρχή
Ενός βασιλείου που έχει έρθει για να μείνει.
Έτσι, κατάπιε την ουρά της οφιοειδούς σκέψης σου
Γιατί μόνο ένα θηρίο που ταΐζεις είναι ποτέ πραγματικά δικό σου.

Αδιόρθωτα

Γύρισα.
Ανεβαίνω τη Σταδίου.
Όμορφη νύχτα.
Και πριν και τώρα.
Πρώτο φανάρι. Δεύτερο. Τρίτο. Τέταρτο.
Μπαίνω Φιλελλήνων.
Πρώτο, δεύτερο φανάρι. Κάπου εκεί λέω να στρίψω αριστερά. Να ανέβω Αμαλίας και μετά δεξιά Βασιλίσσης Σοφίας και Μεσογείων – όπως κάποτε.
Τέτοια ώρα.
Κάπου δυο-τρεις το πρωί. Τέτοια ώρα πάντα, κάποτε.
Να περάσω τη γέφυρα και να γελάσω κάπου εκεί στο φανάρι για Παπάγου που το ξεχνούσα πάντα.
Να θυμηθώ ότι θα έχουν κλείσει το δρόμο για πάνω – κάτι για φωτιές, δεν κατάλαβα ποτέ κι ας έκανα πως.
Κι ύστερα πάλι να σε θυμάμαι να μιλάς για την αγαπημένη σου ώρα, βράδυ, στο αυτοκίνητο, καλοκαίρι, με το παράθυρο χαμηλωμένο, στο αυτοκίνητο, με ένα τσιγάρο στο χέρι που ποτέ δεν επέτρεπα μα πάντοτε άναβες.
Να σε θυμάμαι, αιώνες πριν, σε μια πιλοτή.
Παιδιά.
Εγώ σίγουρα, κι εσύ μάλλον κι ας μη το λεγες.
Και σήμερα αποχαιρέτησα για πάντα ένα παιδί.
Και δεν είμαστε παιδιά πια ρε γαμώτο.
Δεν έχουμε όλο το χρόνο, δεν μας ανήκει.
Ποτέ δεν τον είχαμε.
Τώρα ακόμα λιγότερο.
Δεν έστριψα.
Τι νόημα παρά μια χούφτα ξεπεσμένες αναμνήσεις.
Μα δε μένει και τίποτα άλλο.
Ξέρεις, δεν είναι που όταν έρχομαι αναπολώ το παρελθόν.
Αυτό το κάνω κι από μακριά.
Είναι απλά που,
στιγμές,
αναρωτιέμαι πώς μπορείς να ζεις χωρίς εμένα.

Τα Τελευταία Πρωινά

Είσαι εσύ. Είσαι κομμάτια. Είναι νύχτα. Χέυδεν, Πατησίων, Σολωμού, Αχαρνών. Στα ωραία. Και είσαι κομμάτια. Έλεγες πριν καν γαμήσεις πρώτη φορά ότι η ομορφιά υπάρχει παντού, μπορείς να τη βρεις σε μια ρόδα αυτοκινήτου βουτηγμένη μέχρι τη μέση στα σκατόνερα. Ισχύει, αλλά επειδή το έλεγες τότε που το λεγες, έλεγες μαλακίες.

Ύπνος στη στάση του λεωφορείου. Οι κάδοι βρωμάνε κάτουρο, έχουν επάνω αφίσες που δε θα ξεκολλήσουν ποτέ, σαν αφροδίσιο ή σαν τις μαλακίες που θυμάσαι κατά καιρούς. Απέναντι περνάει ένα κοριτσάκι από το ανατολικό μπλοκ. Ανήλικο είναι, αλλά ξέρεις τη φάση. Ένας τύπος κλαίει πάνω σε κάτι κούτες, δίπλα σε κάτι παλιά σκυλοσκατά. Εσύ περνάς, ψέμματα, εσύ διασχίζεις.

Έχει κάτι ασπρόμαυρα Α3 που βουλώνουν τα φρεάτια, το νερό βρωμάει. Η πλατεία είναι φωτισμένη, τσάμπα ρεύμα. Κάνα δυο σε κόβουν, οι μισοί ασφαλίτες, οι άλλοι μισοί σουγιά, μαλάκες όλοι. Τι θα σου κάνουν; Έχεις προλάβει.

Αύριο θα ‘σαι κάπου με κάποια κοπελίτσα και θα πίνεις ουίσκι διπλό χωρίς πάγο. Και θα μιλάτε για ιδέες, θα της λες ότι ακόμα και μια σαμπρέλα καουτσούκ γεμάτη σκατά μπορεί να είναι ωραία. Η μισή θα θέλει να συμφωνήσει, η άλλη μισή θα πίνει καπουτσίνο μέτριο. Ένα κρεββάτι ολόκληρη και η πρώτη τζούρα ξένη, αλλουνού. Του τύπου που ξερνάει στον κάδο και σκουπίζεται στο μανίκι του. Αυτού που μιλάει ευγενικά στον περιπτερά που θέλει να σκοτώσει.

Όλοι οι δρόμοι τα ίδια σκατά, ζέχνουν την ίδια εξωτική ομορφιά. Αφού δεν είσαι για εδώ. Όλα τα συλλέγεις και τίποτα δεν είναι δικό σου. Θα θυμάσαι τον τύπο που πάλευε κάνα δεκάλεπτο να βρει φλέβα μαζί με πλίνθινα σοκάκια σε κάποια χώρα παραπέρα. Θα θυμάσαι βραδιές όπερας μαζί με νοικιασμένα αμάξια που οδηγούσες μέσα από καταυλισμούς. Ο μισός πεθαμένος, ο άλλος μισός ξεσκονόπανο για τα περασμένα. Ολόκληρος κανένας.

Αράζεις σε καταλήψεις. Πιάνεις κουβέντες με μπάτσους. Ακούς γιατί οι γυναίκες είναι πουτάνες από τους λέκτορες στην πιάτσα ταξί. Μαθαίνεις και το ξέρεις, μαθαίνεις όλα τα λάθη με την ελπίδα να προλάβεις να κάνεις την εις άτοπον απαγωγή. Αύριο θα ερωτευτείς κάποια ξεπλυμμένη, κάποια πυρηνοκέφαλη, κάποια μακρυμαλλούσα, κάποια πρασινομάτα και δε θα θες να συλλέξεις, θα θες να σε περισυλλέξουν και να χαμογελάς ακόμα, θα θες να σε απαγάγουν οι φωνές τους όταν τις κάνεις να τελειώνουν. Και η πρώτη τζούρα θα ‘ναι πάλι γη.

Δεν ξέρεις αν υπάρχει φυγή. Δεν ξέρεις τι είναι, δεν ξέρεις πως βγαίνει κανείς εκεί από Βικτώρια, δε σε νοιάζει. Δεν έχεις από τι να φύγεις. Έχεις καβάτζα τα ξύδια σου, τις άκρες σου, τα κοριτσάκια στα σεντόνια σου, το ουίσκι στο ψυγείο σου που ξηγιέται ποίηση σε κιλοβατώρες. Θα βρεις κάτι να κλάψεις άμα δεις ότι πας να το χάσεις, θα βρεις καμιά μαλακία να γελάσεις για να νοιώσεις κομμάτι του παζλ. Έχεις πράγματα να πεις. Έχεις τόσα πράγματα να πεις. Θυμήσου τα, σίγουρα έχεις. Σίγουρα έχεις. Όλοι έχουν.

Ζευγαράκια χαζεύουν την Ακρόπολη. Η Διονυσίου Αρειοπαγίτου έχει γίνει τράπεζα σπέρματος, σιχαίνεσαι να αναπνεύσεις την ανθρωπίλα που κρεμάστηκε πάνω στον εαυτό της σαν αυνανισμένο σφαχτάρι. Αλλά αυτό έχουμε, αυτό κάνουμε, δε γαμιέται. Ευτυχία. Λειτουργεί, αλλά δεν υπάρχει αντιπροσωπεία. Δεν υπάρχει εγγύηση. Θα το πεις στη γκοθού που σε κόβει σε λίγο, θα σου την πέσει δίπλα στο θερινό σινεμά και μετά θα λέτε μαλακίες με Μαλαματίνες. Θα γυρίσεις σπίτι και αν είσαι τυχερός θα ‘χεις ξεχάσει τι χρειάστηκε να σκέφτεσαι για να τη δεις όμορφη.

Έξω απ’ τα παλιά μετρόπολις σου ζητάνε ψιλά. Δίνεις, σε ευχαριστούν, σε ευχαριστούν ειλικρινά, να ‘σαι καλά ρε ‘συ. Κοιτάς και τα μάτια σου λάμπουν και δεν είναι συμπόνοια, είναι θαπεθάνεις, πάρε 50 λεπτά, θαπεθάνεις. Τελείωνε. Έχεις 50 λεπτά να πεθάνεις.

Σε όλους τους τοίχους, σε όλους τους γαμημένους τοίχους, έχει γράμματα. Έχει λέξεις. Παντού. Πόσο να κοιτάς το πεζοδρόμιο; Κι αυτοί οι τύποι που τις γράψανε, τώρα τι σκατά κάνουν; Την πίνουν και αναλύουν τα κινηματικά τους; Πηδάνε καμιά πάνκισσα που έχει να σηκωθεί πρωί να πάει σπίτι να ξυπνήσει την αδερφή της για το σχολείο; Και μετά τι, θα ‘χουν περάσει κάνα δυο δεκαριές χρόνια και θα διαβάζει η επόμενη βάρδια τις ίδιες προκηρύξεις; Θα μου ζητάνε οι γιοι των ίδιων μπάτσων ταυτότητα; Θα θυμάμαι τι σου ψιθύρισα το πρωί πριν φύγω; Θα θυμάμαι πόση ζάχαρη ήθελες στον καπουτσίνο σου και πόσο μέσα έπρεπε να μπω για να πονέσεις;

Πόσα χρόνια μπορεί ένας άνθρωπος να πίνει το ίδιο ουίσκι; Να ζητάει τα ίδια πράγματα, να πληρώνει με τα ίδια χέρια, να γερνάει στο ίδιο δέρμα; Πόσες διαφορετικές κολώνιες νομίζεις ότι υπάρχουν και πόσα χρώματα μαλλιών και πόσα ονόματα και πόσες συλλαβές στις ίδιες οδούς; Πόσες λέξεις νομίζεις ότι σου ‘χουν μείνει αβίαστες; Πόσες ρόδες χωμένες σε σκατά και πόσους καφέδες στη βεράντα μπορεί να θυμάται κανείς, πόσες γεύσεις που στάξανε στη γλώσσα σου, πόσα χαμόγελα που έβγαλες από πάνω σου σαν ξεραμένο αίμα όταν η πληγή δεν είχε άλλο να δώσει;

Αύριο την ξέρεις τη φάση. Το πρωί βλέμμα “γάμησέ τα” στον καθρέφτη, το κοινό κοινότυπο μυστικό που το ‘χουν όλοι σημαία στους καφετί πνεύμονές τους. Χέυδεν, Πατησίων, Αχαρνών, Βασιλίσσης Όλγας, Κάρολου Κουν, Πολυτεχνείου, Σκουφά, Λένορμαν, Ηφαίστου. Κάπνισε όσο θες, τα ονόματα δεν πρόκειται να κάτσουν στα κουτάκια τους στο ράφι όσα πακέτα κι αν φύγουν. Ο μισός δε θα κοιμάται ποτέ μόνος, ο άλλος μισός πάντα έτσι θα ξημερώνεται.

Δε γαμιέται. Έχεις τίποτα άλλο να κάνεις;
Τράβα για την επόμενη στιγμή να μιλάς για τις προηγούμενες. Ζήτα τον καπουτσίνο μέτριο, πίστεψέ τες πως κανείς δε τις γάμησε έτσι πριν, φάε τα φράγκα σου σε ουίσκι με τους ανθρώπους που λένε ότι σ’ αγαπούν για όσο το λένε.

Καλού-κακού όμως κράτα κάνα 50λεπτο καβάτζα. Κι έτσι θα τελειώνουν πάντοτε όλα τα τελευταία πρωινά.

Τα Όρια


Ξέρεις, αυτή η χώρα δε μου πήγαινε ποτέ. Στο είχα πει άλλωστε από την πρώτη στιγμή, τότε όταν έπαιρνα τη δουλειά στον υπολογιστή και γύριζα στην Ελλάδα χωρίς περιττές ερωτήσεις. Τώρα ούτε για δύο μήνες δεν την αντέχω. Μετά από δύο χρόνια που πέρασα εδώ, ούτε για δύο μήνες. Όχι, δεν είναι εμμονική ανάμνηση δυσαρέσκειας. Θα μπορούσε να είναι, μα όχι. Μου φταίει ο καιρός, μου φταίνε οι άνθρωποι, μου φταίνε όλα και τίποτα μαζί. Ξέρεις, η χώρα αυτή είναι η γη της απόλυτης ηρεμίας. Όλα είναι επίπεδα, όλα. Ούτε βάθος μα ούτε και ύψος. Και τη δουλειά δεν μπορώ να την πάρω στον υπολογιστή άλλο, δύο μήνες τους χρωστάω.

Ξέρεις, επιμένω να φοράω κοντομάνικα. Δεν έχει καλοκαίρι εδώ, ο,τι άλλο κι αν σου πουν μην τους πιστέψεις. Να σε παραπλανήσουν θέλουν. Εμένα μόνο να ακούς, εδώ το καλοκαίρι δεν έρχεται ποτέ κι εγώ επιμένω να φοράω κοντομάνικα. Ένας μήνας μένει και κάνω σαν τα παιδιά στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου παραμονή δεκαπενταύγουστου πηγαίνοντας στο χωριό. Φτάνουμε? Ακόμα? Φτάνουμε τώρα? Και η χώρα αυτή επίπεδη, αν φτάναμε θα το έβλεπα στον ορίζοντα, τί θέλω και ρωτάω. Και συνεχίζω να φοράω κοντομάνικα και το καλοκαίρι συνεχίζει να μην έρχεται.

Ξέρεις, κάθε φορά που με ρωτάνε τι θα κάνω μόλις περάσει ο μήνας χαμογελώ διάπλατα και τους λέω πως θα κάνω καλοκαιρινές διακοπές ξανά μετά από καιρό. Πραγματικές καλοκαιρινές διακοπές, ξέρεις από αυτές με τα μπιτσόμπαρα που παίζουν ροκιές, με τα ενοικιαζόμενα δωμάτια και τα παλιά ξύλινα κρεβάτια, με τα ηλιοβασιλέματα και το ψάρι στην ταβέρνα. Από αυτές που το δέρμα σου πάντοτε κοκκινίζει πρώτα λόγω της θερμοκρασίας κι ύστερα έρχεται ο ήλιος και καίγεται. Από αυτές που κρατάνε όλο το καλοκαίρι, έχεις δεν έχεις άδεια να φύγεις από την Αθήνα. Από αυτές που δεν είναι συνάρτηση τοποθεσίας αλλά αίσθησης.

Ξέρεις, με κούρασε αυτή χώρα στον ένα μήνα κιόλας. Με κούρασαν τα όρια της, πολύ στενά και πάντοτε είμαι με το ένα πόδι έξω. Λέω να πάρω το ποδήλατό μου και να τα σπάσω για σήμερα. Ένας μήνας είναι, θα περάσει.

Υ.Γ. Μην τον ακούς τον Γ.Ε., τα όρια υπάρχουν μόνο για να ξεπερνιούνται.

Νομοτέλεια


Και παρόλο που υποφέρουμε, πετυχαίνουμε, και παρόλο που πονάμε, αναδυόμαστε – ακόμα λαμπρότεροι όσο η ζωή μας αναφλέγει με πεφταστέρια και καιόμενα όνειρα: οι κάποτε δικοί μας πολύτιμοι παράδεισοι παραμένουν καρβουνιασμένοι, γίνονται λάσπη καθώς τους ξεπλένουμε με δάκρυα και μέσα στη λάσπη καρφώνουμε τις σημαίες, έτσι σκισμένες όπως είναι, σημαίες που μπορούν ακόμη να κοιμηθούν στη μάχη, που ακόμη μαίνονται την άφωνη πρόκληση του πρωινού.

Ατελέσφοροι και κενοί σκοπού, σηκώνουμε πρώτοι το σπαθί του πολέμου για την γεύση του αίματος και μόνο, θερμή υπενθήμηση της μετάβασης. Και παρόλο που έχουμε δει τον κόσμο να καταστρέφεται κορωμένος, και παρόλο που είδαμε την ειρήνη να γλιστρά νεκρή ανάμεσα στα δάχτυλά μας, η γροθιά που φτιάχνουν εκείνα δεν είναι ποτέ άδεια γιατί στερούμενη απαίτησης είναι γεμάτη επιθυμία. Επιθυμία για τα μεγάλα που δεν ήρθαν, επιθυμία για τους ανεμόμυλους και το ιπποτικό χρίσμα, επιθυμία για θεούς και για σάρκα, ανάγκη για αλληλοκατανάλωση εαυτών, δίψα για δεύτερα πρόσωπα και εκατομμύρια δεύτερα σώματα, για το ιερό και το ζωώδες εξίσου. Και παρόλο που θα ξεχάσουμε, δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ. Και παρόλο που θα μετανιώσουμε, δε θα μετανιώσουμε ποτέ.

Και παρόλο που έχουμε δει βασιλιάδες να γίνονται επαίτες, έχουμε δει και επαίτες να χαραμίζουν αυτοκρατορίες όταν η σκέψη πρέπει να αποσυναρμολογηθεί από το κομμάτιασμα των σωμάτων, όταν η ευχή πρέπει να μαστιγωθεί από τους τένοντες της γης. Γιατί ενώ θα συγχωρούσαμε, δεν μπορούμε. Στη γη των όχι πλέον και των ωκεανών τελευταίων τραγουδιών αποτίουμε φόρο τιμής με περιφρόνηση. Στους νεκρούς θεούς των παντοτινών και στις αναμνήσεις του ταξιδιού αποτίουμε φόρο τιμής με πυρά.

Και παρόλο που υποφέρουμε, υπερβαίνουμε, και παρόλο που πονάμε, κατακτούμε.