Till it All

Σώπασε τις φωνές
Αυτόν τον ψίθυρο της νύχτας
Σώπασε το θόρυβο
Που γλιστράει ανάμεσα στα μάτια μου
Σκιές που ποθούν τη θέα σου
Δέρμα κάτω από το δέρμα στην εκπνοή·
Κόψε τον φόβο εγκάρσια στα άκρα
Κατέστρεψε τα ρολόγια και όλες τις λέξεις
Στα πεδία θανάτωσης των γλωσσομάδων
Προορισμένων να καταπίνουν όρους υγρασίας
Κράτησέ με στα σκοτεινά παλλόμενα βάθη
Ανάμεσα στα βλέφαρα
Όσο το αίμα κρατάει ρυθμικά το κάλεσμά σου
Στο βάθος, στα βαθιά
Εκεί που η αναπνοή καταρρέει στη δόξα
Εκεί που τα σώματα σέρνονται από το βάρος των φτερών
Και στην έκσταση αφήνουν τους χάρτες να μεγαλώνουν αέναα
Όσο οι κοιλάδες της σάρκας επιτρέπουν στο χρόνο να σκιαγραφεί την αλλαγή
Στις ρωγμές και στις κορυφογραμμές των ημερών που δεν έχουν ακόμα έρθει
Ας κοιτάξουμε τις φωνές που σιωπούν
Ας δούμε τους θορύβους να σπάζουν
Για μια καλοκαιρινή έκλειψη στο χείλος των ματιών σου
Ας πιούμε, ας πιούμε
Ωσότου οι φωτεινοί αστερισμοί στην άκρη των χειλιών σου
Μάθουν τα ονόματά τους κάτω από στρώματα δέρματος
Στο βάθος, στα βαθιά
Άσε τον κόσμο να χορέψει μέχρι το φεγγάρι να πέσει χωριστά
Άσε όλα τα τέλη να παλέψουν ξανά
Χωρίς ύπνο, χωρίς ύπνο
Μόνο με τον ήχο από τα γέλια των παλιών λευκών ονείρων
Καθώς βυθίζονται, μεθυσμένα και πνίγονται
Στον απύθμενο ωκεανό των σεντονιών μας
Όπως τα ξεβγάζει το πρώτο φως της μέρας.

Advertisements

Turmbahn

Μεγάλα πράγματα, και οι σκιές τους, μνημειώδεις κάτω από τον ήλιο
Μικρά πράγματα, που διατηρούνται σφιχτά σε παλάμες και σε μικρά χάρτινα κουτιά
Μεγάλα λόγια, που ανταλλάσσονται με ψίθυρους ή ανάμεσα σε δάκρυα
Μικρές λέξεις, αποτυπωμένες αιώνια στο μυαλό, κάτω από τη μύτη μας
Κάτω από τους θορύβους μας
Όλα καταρρέουν.

Τα πράγματα που ξεχάσαμε πολύ, κάτω από τα συντρίμμια: διόδια των επιτυχιών μας
Τα πράγματα που θυμόμαστε για πάντα, καρφωμένα στα χείλη και τις αισθήσεις μας
Οι στιγμές της έκπληξης, ο σωστός χώρος και χρόνος για μας
Για να ζήσουμε το δικό μας προσωπικό θαύμα
Και οι υπόγειες ώρες της ρουτίνας μας
Η καυτή ηρεμία της ναρκοληπτικής ύπαρξης
Όλα καταρρέουν.

Η αρχιτεκτονική αυτού που κάποτε ήταν ψυχή
Τα σχέδια αυτού που κάποτε ήταν μέλλον
Οι προσδοκίες αυτού που κάποτε ήταν όνειρο
Οι προσταγές της πρωτοβουλίας αυτού που ήταν ζωή
Όλα τελικά καταρρέουν.

Κάποιος σε είδε να τεντώνεις το χέρι σου
Κάποιος σε είδε να χαμογελάς
Μια κοινή ματιά, μια αφή νικελίου δύο όψεων
Ένα κοινό κρεβάτι, ένα κοινό όνειρο, τόσο συνηθισμένα
Ωστόσο τόσο φευγαλέα
Στην κοινή και μοναδική τους
Κατάρρευση.

Μπορώ να φανταστώ μια εποχή ευτυχίας
Λευκοί τοίχοι και ανοιχτόχρωμα παντζούρια
Μια κατσαρόλα και ένα μεσημεριανό γεύμα που βράζει
Ήχος από κλειδιά στην πόρτα
Βραδινή βροχή στα παράθυρα
Φως δίπλα στο μαξιλάρι
Μπορώ να φανταστώ μια στιγμή ολοκλήρωσης
Και κατάρρευσης.

Βλέπω τους οβελίσκους της ελπίδας
Ανυψωμένους με χαρά σε κάθε μικρό μέρος που ονομάζουμε δικό μας
Η σκιά τους στο φως του μεσημεριού σαν ηλιακό ρολόι
Για κάθε ηλικία, αδύνατο ή όχι.
Και με ένα χαμόγελο που σκορπίζει στάχτες από τα χείλη
Τα βλέπω όλα να βουλιάζουν.

Στέκεσαι στο πεζοδρόμιο
Πετώντας ένα τσιγάρο που δεν άναψε ποτέ
Παρατηρείς με περιέργεια την έκρηξη
Και συστηματικά γίνεσαι μάρτυρας όλων εκείνων που
Καταρρέουν.

Ηeafodstol

Περπάτησα χτες
Κάτω από τα αστέρια και τα αρχαία ερείπια
Ανάμεσα σε πλήθη χαρούμενα
Σε γέλια γέρων
Και σε βλέμματα περίεργων νέων
Σε ταξιδιώτες και τουρίστες
Ανάμεσα σε ντόπιους
Και σε ανθρώπους σαν κι εμένα
Ανθρώπους ενδιάμεσους.

Και η πόλη μου μου είπε
Ή ίσως την άφησα να μου πει
Τελικά, ότι με γνώριζε.

Και επέστρεψα την ανάσα της
Όταν το αεράκι έχασε για λίγο το δρόμο του
Υπόλοιπο χιλιάδων δώρων
Πήρα τόσα πολλά ως δεδομένα
Για τόσο πολύ.

Έχω ξεβάψει σε μέρη άλλα
Κάποια ξένα, κάποια μεγάλα
Επιστρέφοντας σε μικρά βαθουλώματα
Στις κάτω πόρτες της μνήμης.

Κι αυτό το μέρος
Ήταν πάντα μια σταθερά στο μυαλό μου
Για αναχωρήσεις ή εκδρομές
Ποτέ σπίτι, κυρίως κάστρο
Όπου θα κουβαλούσα τα λάφυρα
Να τα γλεντάμε.

Αλλά περπάτησα στο δέρμα της
Και για λίγο παρεισέφρησε κι εκείνη κάτω από το δικό μου
Μεταδίδοντας τη ζεστασιά εκατομμυρίων πολέμων
Μια πόλη που μπορεί να υποφέρει τα πάντα
Και να παραμένει αιώνια
Μια πόλη που οι έξω την φοβούνται
Που αναγνωρίζει την απλότητα ως εντολή
Μια πόλη όπου τα κορίτσια δεν φορούν μάσκες
Δικαίωμα που κερδίζεις κάτω από έναν ήλιο δακρυγόνου
Και καθώς βυθιζόμουν μέσα στο δέρμα της
Όπως οι μικρότεροι των εραστών
Όπως ένα χνούδι στο αριστερό χέρι του θεού
Ήπια, ξανά και ξανά
Ήπια και γλίστρησα
Γλίστρησα από τα χείλη στο στήθος της
Όχι πια άνθρωπος ενδιάμεσος
Χωρίς ψέματα σκαλισμένα στον καθρέφτη
Γλίστρησα για όσο μπόρεσα
Και με τα κοινά μας χείλη, χαμογέλασα.

Υ.Γ. Για δες, κάποτε παιδιά. Στο μπαλκόνι, βγες. Κάτω οι ζωές. Βάλε και καρδιά, να φύγω.

Πεφταστέρια

Υπήρχε ένα παιδί με αστέρια στα χέρια του
κρυμμένα τραγούδια στα μαλλιά του και μια ανατολή στην πλάτη του
Σε μια εποχή που οι δρόμοι ήταν ατελείωτοι
στρωμένοι με χρυσό, οδηγώντας πάνω από το όνειρο

Υπήρχε ένας τόπος χωρίς ορίζοντες
όπου όλα τα πράγματα μπορούσαν να γίνουν με το χτύπημα ενός ραβδιού
όταν ο κόσμος ήταν ακόμα μαγικός και τα βήματα φίλοι
κι η ζωή ξεχείλιζε από το φλιτζάνι χαμόγελα και χρόνο

Τώρα η καμπύλη έχει χαραχτεί και το έδαφος έρχεται πιο κοντά
η φωτεινή τροχιά μου έχει γεράσει μέσα στην καθημερινή βαρύτητα
και οι επιλογές που με οδήγησαν και με μετέφεραν και με κράτησαν
αιωρούνται μακριά από τα δάχτυλά μου που πέφτουν

Δεν λυπάμαι πραγματικά για όλα αυτά που συνέβησαν
κι ούτε λυπάμαι για εκείνα που δεν έχουν συμβεί
αφού στο τέλος είμαστε μόνο στάχτες
η απουσία σου με κάνει να μην το ξεχνώ

Δεν λυπάμαι πραγματικά για όλους τους δρόμους που δεν πήραμε
και υπάρχει ακόμα λίγος χρόνος να τους προλάβουμε
αλλά η αλήθεια είναι ότι έκανες τόσο λάθος
για την πίστη και τις ελπίδες που με ανάγκασες να κουβαλήσω

Τώρα το φωτοστέφανο που κάρφωσες στο μέτωπό μου σκούριασε
δεν μπορώ να θυμηθώ σε ποιο συρτάρι το φυλάω
και τα φτερά που θα έφερναν όλα τα όνειρά μου κοντά
τώρα είναι πούπουλα μέσα στο μαλακό μου μαξιλάρι

Τώρα το παιδί με τα αστέρια στα χέρια του έχει μεγαλώσει
και αν και νέο είναι τόσο γκρίζο όσο ήσουν εσύ
χωρίς πίστη, χωρίς απώλεια, χωρίς όνειρα
είναι χαρούμενο που δεν είσαι εδώ να το δεις

Καθώς καθόμουν στο χρυσό στρωμένο πλακόστρωτο
κοιτάζοντας τα παπούτσια κάτω στο δρόμο
που τρέχουν προς τους κενούς ορίζοντες
Δε λυπόμουν για τίποτα

Τίποτα δεν έχει πάει τόσο λαμπρά όσο θα ήθελες
όλα έχουν πάει τρομερά σωστά
Δεν είσαι εδώ για να δεις αλλά σου έφερα λίγα λουλούδια
με τον δικό μου ένοχο τρόπο να σε συγχωρήσω

Υπήρχε ένα παιδί με φτερά στους ώμους του
που ξεχωρίζει από το πλήθος, ο μεσσίας της γειτονιάς
αλλά οι παλάμες του ξεθώριασαν τ’ αστέρια που κρατούσε
και είναι πια ξεχασμένα σε κάποιον τσαλακωμένο λαιμό

Δεν λυπάμαι στ’ αλήθεια που τα αφήσαμε όλα πίσω μας
Δεν λυπάμαι που δεν είμαι πια το όνειρό σου
Στο τέλος, είμαστε όλοι στάχτες ανακατεμένες με σκόνη από αστέρια
Και αυτό, χαίρομαι που δεν μπορώ πια να στο πω.

Υ.Γ. Τι κοιτάζεις άραγε;

Feuerzeug

Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Η εικόνα στέκεται για λίγο ακόμα
Σαν εξηγήσιμο θαύμα
Μια προμνησία με φωτογραφικές αποδείξεις.
Όπως το σώμα σου, γδυτό
Έτσι απογυμνώνουμε τις μέρες μας στη γνώση.
Με όλη του την αφανή δόξα
Το παρόν κυλά μέσα στους ιστούς μας
Ποτέ ξανά μαγικό
Ποτέ ξανά απροσδόκητο
Αλλά αντίθετα αναμενόμενο
Απαιτούμενο
Δικαιωματικό.

Με απαξίωση για λέξεις τόσο απόλυτες
Όσο επιτρέπεται μόνο στην ανάμνηση
Αφήνω τα δάχτυλά μου ελεύθερα επάνω στο δέρμα σου
Τόσο σταθερά και τυφλά
Όσο μόνο η συνήθεια μπορεί να σφυρηλατήσει.
Τις κατακλείδες των τελετουργικών μας
Τις έχουμε φωνάξει δεκάδες φορές
Τις έχουμε ακούσει άλλες εκατοντάδες
Και πενθήσαμε την απώλεια του ξεχωριστού,
Του μοναδικού, του υψηλού, του τελευταίου κομματιού που λείπει.
Το σπάνιο, το συμπληρωματικό και το αναγκαίο
Έχει γλιστρήσει ανάμεσα στα δάχτυλά μας φορές σχεδόν αμέτρητες.

Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Η εικόνα στέκεται για λίγο ακόμα
Σαν ένα πατημένο μονοπάτι πίσω από την πλάτη μου.
Ο θάνατος παίρνει εύκολα τη μορφή του
Όσο κόβει βαθιά η περιφρόνηση σου για ό,τι νομιζα(με).
Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Γελάω με το παιδί που τα χρόνια μου επέβαλαν να γίνω
Ποθώντας πράγματα άλυτα αντί για φωτεινά
Αλλά ο θάνατος παίρνει εύκολα τη μορφή μου
Όπως και κάθε άλλο τέλος.

Κι έτσι αφήνω το τσιγάρο να σβήσει επάνω στο μαξιλάρι
Αφήνω τη φωτιά να διασκεδάσει τα όνειρα.
Έχω κάνει, έχω υπάρξει
Έχω ονομάσει κι έχω ονομαστεί:
Οι λέξεις μας και τα δάχτυλά μας
Έχουν αντηχήσει σε σκέψεις και έχουν συρθεί πάνω σε πρόσωπα
Φαντασμάτων και σάρκας.

Θαμμένοι βαθιά στη σιωπή μας
Καταγράφουμε κάθε γύρο
Με κέρδη και απώλειες
Στοιβαγμένα στην ίδια στήλη.

Better to Reign in Hell […]

Η άγρια ​​αλήθεια είναι ότι η καλοσύνη που κηρύττουμε
Περιστρέφεται γύρω από την έννοια ενός απόντος κακού
Περιλαμβάνει το τυφλό σημείο μιας διαθήκης που αντιλαμβάνεται
Τον εαυτό της ως κάτι αυτοεξαιρούμενο
Διαλύεται σε λέξεις που είναι είτε πολλές είτε πολύ λίγες
Για να αποτελέσουν δομή αδιαπέραστη από δίψα.

Η απρόσεκτη νεότητα επιβαρύνεται με το φταίξιμο
Για τις τυχαίες επιθέσεις ενάντια στην ίδια την τύχη
Για τον εαυτό της που διαιωνίζει
Το προσωρινό
Μετατρέποντας την πραγματικότητα της σάρκας σε βασική πεποίθηση
Εγωιστικής ανιδιοτέλειας, με ανοσία στην εξέλιξη.

Τράβηξε αίμα και μετά απάλυνέ το. Οι σπόροι της ειρήνης
Ριζώνουν στη σύγκρουση, η απώλεια και η απουσία
Σκοτώνουν αρκετό από τον εαυτό σου, ώστε ο υπόλοιπος να μεγαλώσει
Χάνουν αρκετό από το Θεό σου, έτσι ώστε ο πίθηκος να βρει καταφύγιο
Μην ξεχνάς ποτέ να μην θυμάσαι
Και το μονοπάτι θα μετατραπεί σε δρόμο.

Η άγρια ​​αλήθεια είναι ότι η αποθέωση που επιδιώκουμε
Εξακολουθεί να μην αξίζει στην ασυνάρτητη, κουτσή ψυχή μας
Και κάνει τον ταπεινό κύκλο της μέσα από λεωφόρους ιστού
Που κατοικούν στην πρωτεύουσα διάλεκτό μας, στην υγρή, ωμή γλώσσα μας
Και μέσα σε κότσια και τένοντες και μυες και νεύρα
Αυτός ο περαστικός ναός είναι ο ίδιος το μόνο είδωλο που μπορεί να κρατήσει.

Γιατί το δέρμα σου είναι ο αγωγός της θέλησης
Γιατί τα λόγια σου είναι οι τελευταίες αληθινές εντολές
Γιατί απουσία κακού είναι να αναγνωρίζεις τη σάρκα
Ο παράδρομος για τη λογική, το μέσο για μια αρχή
Ενός βασιλείου που έχει έρθει για να μείνει.
Έτσι, κατάπιε την ουρά της οφιοειδούς σκέψης σου
Γιατί μόνο ένα θηρίο που ταΐζεις είναι ποτέ πραγματικά δικό σου.

Αδιόρθωτα

Γύρισα.
Ανεβαίνω τη Σταδίου.
Όμορφη νύχτα.
Και πριν και τώρα.
Πρώτο φανάρι. Δεύτερο. Τρίτο. Τέταρτο.
Μπαίνω Φιλελλήνων.
Πρώτο, δεύτερο φανάρι. Κάπου εκεί λέω να στρίψω αριστερά. Να ανέβω Αμαλίας και μετά δεξιά Βασιλίσσης Σοφίας και Μεσογείων – όπως κάποτε.
Τέτοια ώρα.
Κάπου δυο-τρεις το πρωί. Τέτοια ώρα πάντα, κάποτε.
Να περάσω τη γέφυρα και να γελάσω κάπου εκεί στο φανάρι για Παπάγου που το ξεχνούσα πάντα.
Να θυμηθώ ότι θα έχουν κλείσει το δρόμο για πάνω – κάτι για φωτιές, δεν κατάλαβα ποτέ κι ας έκανα πως.
Κι ύστερα πάλι να σε θυμάμαι να μιλάς για την αγαπημένη σου ώρα, βράδυ, στο αυτοκίνητο, καλοκαίρι, με το παράθυρο χαμηλωμένο, στο αυτοκίνητο, με ένα τσιγάρο στο χέρι που ποτέ δεν επέτρεπα μα πάντοτε άναβες.
Να σε θυμάμαι, αιώνες πριν, σε μια πιλοτή.
Παιδιά.
Εγώ σίγουρα, κι εσύ μάλλον κι ας μη το λεγες.
Και σήμερα αποχαιρέτησα για πάντα ένα παιδί.
Και δεν είμαστε παιδιά πια ρε γαμώτο.
Δεν έχουμε όλο το χρόνο, δεν μας ανήκει.
Ποτέ δεν τον είχαμε.
Τώρα ακόμα λιγότερο.
Δεν έστριψα.
Τι νόημα παρά μια χούφτα ξεπεσμένες αναμνήσεις.
Μα δε μένει και τίποτα άλλο.
Ξέρεις, δεν είναι που όταν έρχομαι αναπολώ το παρελθόν.
Αυτό το κάνω κι από μακριά.
Είναι απλά που,
στιγμές,
αναρωτιέμαι πώς μπορείς να ζεις χωρίς εμένα.