Sun on Your Pillow

You are out of touch with the place you’re at. A place with endless fields and long mountaintops in the horizon, with a minority of blonde blue eyed people, and another of short dark haired ones, with a quality of cold air you’ve never felt before, and strangely, with scents that are not aromatic hydrocarbons and monoxide. It is just you and a wet bus window glass touring you to all that you’ll never understand how they function and how they survive without knowing how you function.

You stop in the middle of nowhere, under a dull sky and within mild dew. It is just you, the beautiful desert that gives life to things that are not you, and a bench. And you think it is strange that people are getting on the bus there, that it is normal for someone to stop in a desert made of grass and shrubs without any sign of rock, cement, or roof as far as the eye can see, and to find people waiting there. Where did they come from?

You cross through villages you never knew existed. You see tractors lined up, small grocery stores with foreign names written in your language, squares without children, alleys called “Plato street,” and you wonder what Plato even means for those who live there. Minarets and steeples, headscarves and cheap mini skirts, mustached muslims and cane-carrying christians – and you behind the glass looking, absorbing, observing like a city slicker the scary quantity of unusual that is making you feel like a villager who just arrived to the real world.

Double yellow lines on the road – built over the old Roman road that legions crossed once upon a time. And the Roman legionnaires were perhaps staring at the endless pastures and the infinite straight road like the Carthaginians starred at the Colosseum, only difference being that the awe of the latter was finite.

You have forgotten of your flight and your home, you have forgotten what you’ve left behind and what lies ahead, you are just starring, looking and trying to learn. You see the ugly corner coffee shops and the signs on the low houses: “Butcher Shop: Honesty” and under the same roof, semidetached, a barber shop. You think that you like these places, you recall that you want to go to Danzig because it is an endless ugly shipyard, you remember that your strongest memory from Scandinavia was that bar in Copenhagen, where they didn’t know how to make black russians and no one spoke english but only bosnian and russian, and that it was full of truck drivers and prostitutes. You are trying to imagine yourself sitting in the ugly corner coffee shops, stopping your car at each one of them, at every tiny foodtruck next to the forrests and the long Roman road, at every ugly and forsaken place.

And you’re a bit scared by how well you make do, at how easy it is to imagine that you live there, that you grow miserable there, that you are ending as unimportantly as now there, but without the easy pretense for the opposite the urban luxuries offer. You imagine beds made out of straw, muddy boots, you embed your mind into Gogol and Dostoevsky and forget all you have learned, you trade it shortly to feel like yet another dead soul with a fixed destiny that includes two acres of land and a Katerina Ivanova who speaks broken turkish and whose parents hail from streets that have no names.

The realization that between you and your imaginary misery stands only a glass window makes you a bit uneasy. No steel wall, no absolute rationale, just a fish tank glass that allows you to stare at the misery of another life in the eye while it offers you its grande smile, blinding you with the magnitude of a loss reminding you that which you have not lived, reminding you how you show and are shown pity with inhumane naturalism. You put your hand on the glass, you clear out the vapor of your breath to not miss the moment, the breath of the still life that is being painted outside. And you get this crazy yearning to get out of the bus, to live this entire death that is life outside of your climate controlled home, to get out and sit next to a deserted altar and to burn money and identification cards, to despair, to despair and feel alone, prey for the infinite landscape. You wish you could climb a small hill to get a better view of the overland sea around you, to see the clouds over the mountains and the large mud lakes within the thickets, to see the desert and to feel how human you may be with no warm air in your lungs, with tears from the wind and with nothing, nothing at all to believe in, to risk, and to finagle. You want to feel the endless sadness of being nothing in nowhere, to walk to the ugly corner coffee shop and see someone who stopped his car there so that he can say he sat at a deserted coffee shop once, and to laugh, to laugh hard with that funny guy and his climate controlled car, with the hundred dollar bills in his pockets thinking that he’s understood the slightest from the shiny violence of solitude.

You clean up the glass, you want to get out, there are no flights in the world you got lost into, there are no warm embraces to return to because you started from nowhere. You just want to get out, you want to cross to the other side of the glass, you want to get out of the fish tank into the ocean and to scare the goldfish looking at you thinking “thank god that I am soon catching a flight, thank god I am not that person, thank god that a bench in this soul eating desert is not my only home.” You want to get out seconds before you realize that now you know where the people who got on the bus came from. You want to get out because now you know the importance of Plato here. You want to get out so that you don’t have to see names on the streets, you want to get out to see the legions passing by, marching towards their dreamports in turtle formations a hundred miles an hour on the left lane of the large Roman road – and to wonder, where all these people are going.



Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Η εικόνα στέκεται για λίγο ακόμα
Σαν εξηγήσιμο θαύμα
Μια προμνησία με φωτογραφικές αποδείξεις.
Όπως το σώμα σου, γδυτό
Έτσι απογυμνώνουμε τις μέρες μας στη γνώση.
Με όλη του την αφανή δόξα
Το παρόν κυλά μέσα στους ιστούς μας
Ποτέ ξανά μαγικό
Ποτέ ξανά απροσδόκητο
Αλλά αντίθετα αναμενόμενο

Με απαξίωση για λέξεις τόσο απόλυτες
Όσο επιτρέπεται μόνο στην ανάμνηση
Αφήνω τα δάχτυλά μου ελεύθερα επάνω στο δέρμα σου
Τόσο σταθερά και τυφλά
Όσο μόνο η συνήθεια μπορεί να σφυρηλατήσει.
Τις κατακλείδες των τελετουργικών μας
Τις έχουμε φωνάξει δεκάδες φορές
Τις έχουμε ακούσει άλλες εκατοντάδες
Και πενθήσαμε την απώλεια του ξεχωριστού,
Του μοναδικού, του υψηλού, του τελευταίου κομματιού που λείπει.
Το σπάνιο, το συμπληρωματικό και το αναγκαίο
Έχει γλιστρήσει ανάμεσα στα δάχτυλά μας φορές σχεδόν αμέτρητες.

Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Η εικόνα στέκεται για λίγο ακόμα
Σαν ένα πατημένο μονοπάτι πίσω από την πλάτη μου.
Ο θάνατος παίρνει εύκολα τη μορφή του
Όσο κόβει βαθιά η περιφρόνηση σου για ό,τι νομιζα(με).
Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Γελάω με το παιδί που τα χρόνια μου επέβαλαν να γίνω
Ποθώντας πράγματα άλυτα αντί για φωτεινά
Αλλά ο θάνατος παίρνει εύκολα τη μορφή μου
Όπως και κάθε άλλο τέλος.

Κι έτσι αφήνω το τσιγάρο να σβήσει επάνω στο μαξιλάρι
Αφήνω τη φωτιά να διασκεδάσει τα όνειρα.
Έχω κάνει, έχω υπάρξει
Έχω ονομάσει κι έχω ονομαστεί:
Οι λέξεις μας και τα δάχτυλά μας
Έχουν αντηχήσει σε σκέψεις και έχουν συρθεί πάνω σε πρόσωπα
Φαντασμάτων και σάρκας.

Θαμμένοι βαθιά στη σιωπή μας
Καταγράφουμε κάθε γύρο
Με κέρδη και απώλειες
Στοιβαγμένα στην ίδια στήλη.

Better to Reign in Hell […]

Η άγρια ​​αλήθεια είναι ότι η καλοσύνη που κηρύττουμε
Περιστρέφεται γύρω από την έννοια ενός απόντος κακού
Περιλαμβάνει το τυφλό σημείο μιας διαθήκης που αντιλαμβάνεται
Τον εαυτό της ως κάτι αυτοεξαιρούμενο
Διαλύεται σε λέξεις που είναι είτε πολλές είτε πολύ λίγες
Για να αποτελέσουν δομή αδιαπέραστη από δίψα.

Η απρόσεκτη νεότητα επιβαρύνεται με το φταίξιμο
Για τις τυχαίες επιθέσεις ενάντια στην ίδια την τύχη
Για τον εαυτό της που διαιωνίζει
Το προσωρινό
Μετατρέποντας την πραγματικότητα της σάρκας σε βασική πεποίθηση
Εγωιστικής ανιδιοτέλειας, με ανοσία στην εξέλιξη.

Τράβηξε αίμα και μετά απάλυνέ το. Οι σπόροι της ειρήνης
Ριζώνουν στη σύγκρουση, η απώλεια και η απουσία
Σκοτώνουν αρκετό από τον εαυτό σου, ώστε ο υπόλοιπος να μεγαλώσει
Χάνουν αρκετό από το Θεό σου, έτσι ώστε ο πίθηκος να βρει καταφύγιο
Μην ξεχνάς ποτέ να μην θυμάσαι
Και το μονοπάτι θα μετατραπεί σε δρόμο.

Η άγρια ​​αλήθεια είναι ότι η αποθέωση που επιδιώκουμε
Εξακολουθεί να μην αξίζει στην ασυνάρτητη, κουτσή ψυχή μας
Και κάνει τον ταπεινό κύκλο της μέσα από λεωφόρους ιστού
Που κατοικούν στην πρωτεύουσα διάλεκτό μας, στην υγρή, ωμή γλώσσα μας
Και μέσα σε κότσια και τένοντες και μυες και νεύρα
Αυτός ο περαστικός ναός είναι ο ίδιος το μόνο είδωλο που μπορεί να κρατήσει.

Γιατί το δέρμα σου είναι ο αγωγός της θέλησης
Γιατί τα λόγια σου είναι οι τελευταίες αληθινές εντολές
Γιατί απουσία κακού είναι να αναγνωρίζεις τη σάρκα
Ο παράδρομος για τη λογική, το μέσο για μια αρχή
Ενός βασιλείου που έχει έρθει για να μείνει.
Έτσι, κατάπιε την ουρά της οφιοειδούς σκέψης σου
Γιατί μόνο ένα θηρίο που ταΐζεις είναι ποτέ πραγματικά δικό σου.

Necessary Evil

We would never promptly and adequately learn
The way in which the term “paradox”
Is an inherent oxymoron, each time.
That exclusion may constitute
That flaw is an ingredient of
And that each possible zero
And every unmanageable detail
Are the whole and the impeccable
Owed to us.

We would never learn the thousand ways
That crown dearth as guarantee
That turn parting into promise
That set rules as a scavenger hunt
For the domain in which they have no application.

We would never learn what we could be
If we didn’t slaughter our own dreams
We would never learn to walk
If we didn’t push off one day
Nor would we ever learn the way back.

Don’t get me wrong
I am not saying that everything was right
Nor am I declaring any evil necessary
Yet we had to rent ourselves out to wrong
Before its repulsive hand
Reimbursed us, if not with what was overdue,
At least with what was most deserved.

We would never learn
If we didn’t use our own hands;
We would never learn
If we didn’t think we did it for ourselves.
We would never learn
Lest some songs found us, again.

Τα Τελευταία Πρωινά

Είσαι εσύ. Είσαι κομμάτια. Είναι νύχτα. Χέυδεν, Πατησίων, Σολωμού, Αχαρνών. Στα ωραία. Και είσαι κομμάτια. Έλεγες πριν καν γαμήσεις πρώτη φορά ότι η ομορφιά υπάρχει παντού, μπορείς να τη βρεις σε μια ρόδα αυτοκινήτου βουτηγμένη μέχρι τη μέση στα σκατόνερα. Ισχύει, αλλά επειδή το έλεγες τότε που το λεγες, έλεγες μαλακίες.

Ύπνος στη στάση του λεωφορείου. Οι κάδοι βρωμάνε κάτουρο, έχουν επάνω αφίσες που δε θα ξεκολλήσουν ποτέ, σαν αφροδίσιο ή σαν τις μαλακίες που θυμάσαι κατά καιρούς. Απέναντι περνάει ένα κοριτσάκι από το ανατολικό μπλοκ. Ανήλικο είναι, αλλά ξέρεις τη φάση. Ένας τύπος κλαίει πάνω σε κάτι κούτες, δίπλα σε κάτι παλιά σκυλοσκατά. Εσύ περνάς, ψέμματα, εσύ διασχίζεις.

Έχει κάτι ασπρόμαυρα Α3 που βουλώνουν τα φρεάτια, το νερό βρωμάει. Η πλατεία είναι φωτισμένη, τσάμπα ρεύμα. Κάνα δυο σε κόβουν, οι μισοί ασφαλίτες, οι άλλοι μισοί σουγιά, μαλάκες όλοι. Τι θα σου κάνουν; Έχεις προλάβει.

Αύριο θα ‘σαι κάπου με κάποια κοπελίτσα και θα πίνεις ουίσκι διπλό χωρίς πάγο. Και θα μιλάτε για ιδέες, θα της λες ότι ακόμα και μια σαμπρέλα καουτσούκ γεμάτη σκατά μπορεί να είναι ωραία. Η μισή θα θέλει να συμφωνήσει, η άλλη μισή θα πίνει καπουτσίνο μέτριο. Ένα κρεββάτι ολόκληρη και η πρώτη τζούρα ξένη, αλλουνού. Του τύπου που ξερνάει στον κάδο και σκουπίζεται στο μανίκι του. Αυτού που μιλάει ευγενικά στον περιπτερά που θέλει να σκοτώσει.

Όλοι οι δρόμοι τα ίδια σκατά, ζέχνουν την ίδια εξωτική ομορφιά. Αφού δεν είσαι για εδώ. Όλα τα συλλέγεις και τίποτα δεν είναι δικό σου. Θα θυμάσαι τον τύπο που πάλευε κάνα δεκάλεπτο να βρει φλέβα μαζί με πλίνθινα σοκάκια σε κάποια χώρα παραπέρα. Θα θυμάσαι βραδιές όπερας μαζί με νοικιασμένα αμάξια που οδηγούσες μέσα από καταυλισμούς. Ο μισός πεθαμένος, ο άλλος μισός ξεσκονόπανο για τα περασμένα. Ολόκληρος κανένας.

Αράζεις σε καταλήψεις. Πιάνεις κουβέντες με μπάτσους. Ακούς γιατί οι γυναίκες είναι πουτάνες από τους λέκτορες στην πιάτσα ταξί. Μαθαίνεις και το ξέρεις, μαθαίνεις όλα τα λάθη με την ελπίδα να προλάβεις να κάνεις την εις άτοπον απαγωγή. Αύριο θα ερωτευτείς κάποια ξεπλυμμένη, κάποια πυρηνοκέφαλη, κάποια μακρυμαλλούσα, κάποια πρασινομάτα και δε θα θες να συλλέξεις, θα θες να σε περισυλλέξουν και να χαμογελάς ακόμα, θα θες να σε απαγάγουν οι φωνές τους όταν τις κάνεις να τελειώνουν. Και η πρώτη τζούρα θα ‘ναι πάλι γη.

Δεν ξέρεις αν υπάρχει φυγή. Δεν ξέρεις τι είναι, δεν ξέρεις πως βγαίνει κανείς εκεί από Βικτώρια, δε σε νοιάζει. Δεν έχεις από τι να φύγεις. Έχεις καβάτζα τα ξύδια σου, τις άκρες σου, τα κοριτσάκια στα σεντόνια σου, το ουίσκι στο ψυγείο σου που ξηγιέται ποίηση σε κιλοβατώρες. Θα βρεις κάτι να κλάψεις άμα δεις ότι πας να το χάσεις, θα βρεις καμιά μαλακία να γελάσεις για να νοιώσεις κομμάτι του παζλ. Έχεις πράγματα να πεις. Έχεις τόσα πράγματα να πεις. Θυμήσου τα, σίγουρα έχεις. Σίγουρα έχεις. Όλοι έχουν.

Ζευγαράκια χαζεύουν την Ακρόπολη. Η Διονυσίου Αρειοπαγίτου έχει γίνει τράπεζα σπέρματος, σιχαίνεσαι να αναπνεύσεις την ανθρωπίλα που κρεμάστηκε πάνω στον εαυτό της σαν αυνανισμένο σφαχτάρι. Αλλά αυτό έχουμε, αυτό κάνουμε, δε γαμιέται. Ευτυχία. Λειτουργεί, αλλά δεν υπάρχει αντιπροσωπεία. Δεν υπάρχει εγγύηση. Θα το πεις στη γκοθού που σε κόβει σε λίγο, θα σου την πέσει δίπλα στο θερινό σινεμά και μετά θα λέτε μαλακίες με Μαλαματίνες. Θα γυρίσεις σπίτι και αν είσαι τυχερός θα ‘χεις ξεχάσει τι χρειάστηκε να σκέφτεσαι για να τη δεις όμορφη.

Έξω απ’ τα παλιά μετρόπολις σου ζητάνε ψιλά. Δίνεις, σε ευχαριστούν, σε ευχαριστούν ειλικρινά, να ‘σαι καλά ρε ‘συ. Κοιτάς και τα μάτια σου λάμπουν και δεν είναι συμπόνοια, είναι θαπεθάνεις, πάρε 50 λεπτά, θαπεθάνεις. Τελείωνε. Έχεις 50 λεπτά να πεθάνεις.

Σε όλους τους τοίχους, σε όλους τους γαμημένους τοίχους, έχει γράμματα. Έχει λέξεις. Παντού. Πόσο να κοιτάς το πεζοδρόμιο; Κι αυτοί οι τύποι που τις γράψανε, τώρα τι σκατά κάνουν; Την πίνουν και αναλύουν τα κινηματικά τους; Πηδάνε καμιά πάνκισσα που έχει να σηκωθεί πρωί να πάει σπίτι να ξυπνήσει την αδερφή της για το σχολείο; Και μετά τι, θα ‘χουν περάσει κάνα δυο δεκαριές χρόνια και θα διαβάζει η επόμενη βάρδια τις ίδιες προκηρύξεις; Θα μου ζητάνε οι γιοι των ίδιων μπάτσων ταυτότητα; Θα θυμάμαι τι σου ψιθύρισα το πρωί πριν φύγω; Θα θυμάμαι πόση ζάχαρη ήθελες στον καπουτσίνο σου και πόσο μέσα έπρεπε να μπω για να πονέσεις;

Πόσα χρόνια μπορεί ένας άνθρωπος να πίνει το ίδιο ουίσκι; Να ζητάει τα ίδια πράγματα, να πληρώνει με τα ίδια χέρια, να γερνάει στο ίδιο δέρμα; Πόσες διαφορετικές κολώνιες νομίζεις ότι υπάρχουν και πόσα χρώματα μαλλιών και πόσα ονόματα και πόσες συλλαβές στις ίδιες οδούς; Πόσες λέξεις νομίζεις ότι σου ‘χουν μείνει αβίαστες; Πόσες ρόδες χωμένες σε σκατά και πόσους καφέδες στη βεράντα μπορεί να θυμάται κανείς, πόσες γεύσεις που στάξανε στη γλώσσα σου, πόσα χαμόγελα που έβγαλες από πάνω σου σαν ξεραμένο αίμα όταν η πληγή δεν είχε άλλο να δώσει;

Αύριο την ξέρεις τη φάση. Το πρωί βλέμμα “γάμησέ τα” στον καθρέφτη, το κοινό κοινότυπο μυστικό που το ‘χουν όλοι σημαία στους καφετί πνεύμονές τους. Χέυδεν, Πατησίων, Αχαρνών, Βασιλίσσης Όλγας, Κάρολου Κουν, Πολυτεχνείου, Σκουφά, Λένορμαν, Ηφαίστου. Κάπνισε όσο θες, τα ονόματα δεν πρόκειται να κάτσουν στα κουτάκια τους στο ράφι όσα πακέτα κι αν φύγουν. Ο μισός δε θα κοιμάται ποτέ μόνος, ο άλλος μισός πάντα έτσι θα ξημερώνεται.

Δε γαμιέται. Έχεις τίποτα άλλο να κάνεις;
Τράβα για την επόμενη στιγμή να μιλάς για τις προηγούμενες. Ζήτα τον καπουτσίνο μέτριο, πίστεψέ τες πως κανείς δε τις γάμησε έτσι πριν, φάε τα φράγκα σου σε ουίσκι με τους ανθρώπους που λένε ότι σ’ αγαπούν για όσο το λένε.

Καλού-κακού όμως κράτα κάνα 50λεπτο καβάτζα. Κι έτσι θα τελειώνουν πάντοτε όλα τα τελευταία πρωινά.

Great Things Deserve Great Endings

I know exactly what I want to tell you but I don’t know how to start.

The start is always the toughest part. I know I don’t want to talk to you about my (our) sleek, transparent, youthful mistakes. They weren’t many but they were heavy, and just as many as they should have been. We stood ruthless against anyone who would stain ourselves, even if it were us doing the deed.

I know how you were trying to wipe out the ugly words from the old times that weighted down my veins. I remember your delicate white hand brushing them off wistfully, as though any quantity of future was enough to squiggle the past. And the more you tried, the more you pressed deeper, but we were young and we thought that the worse had already passed.

You know, the start was almost given away to us but the in between will last forever, even if it is in words at the end of a thread whose edge we have almost forgotten. What we have left is the findings, the residue, the photograph of a time that will always be beautiful and always irrevocable and now inherently without meaning. Something like a memory of a voyage to some land that no longer exists.

I know we each embarked on many, or long, voyages since. I know we saw things that hadn’t existed yet where we went, perhaps even never existed – now such truths are painless. We will never learn how many of those were necessary in the end and we will never have to learn it either. We never liked to recall why we were lucky, because, I am telling you, the start was given away to us.

I know that this could be a letter someone leaves on a tomb. And I know that if there was death, it was at least for once brave. The kind that is reciprocal, where the road parts for both, together. The most beautiful oxymoron at the end of the end.

And I don’t like to remember, I promise you this, I almost don’t know how to do it. Your fingers will always be over the words that weren’t squiggled but just like them, they are simply yet another old expired ticket.

I know so much but I am not sure if I want you not to have forgotten it. At the end of the day, we may still be young when we think that the best has already passed. And the voyages we made apart, weren’t they beautiful too? And, honestly, I know that there are still starts that are given away and I know well other in betweens that have nothing to envy from the old ones – because, because we may still have some luck left.

I know exactly what I want to tell you; I want to tell you that despite all this, no one knew how to die like you did. No ending, never, nowhere, in no voyage was more worthy of the road, a more honorable atonement to the free start that we were given. And then you silently took it back like you denied it the dignity; but you know, all great things deserve great endings. And, normally, I would boldly stop you, but I don’t know how to start any more.

P.S. I am no good with this memory lane thing, I really should get rid of dusty old notebooks.

Us and Them

Not many are left any more.

On the one hand there’s us. With the weight of our volition, with the one way street of our transition. With the debt of relinquishing those who walk on their knees. Us, with the responsibility of bearing a road which never hid any promises. Us, who smile with our teeth tight when they talk to us about our ideals.

And next to us, the others. With a tiny free map in their words and a pencil on our tongue. With their kind acts and unkind words, offering paralysis as a solution right when the running kicks off. Those with a clock on their back, there where no mirror ever helps you see. The people whose life runs through them yet somehow think the opposite is just the same. The people that you walk straight through, those you won’t find at the place where you will be tomorrow, the people who have only one date carved on them.

Not many are left any more.

I fear for those who are still left to be found.
I fear how this may mean we caught up on them.
I fear that maybe they waited for us.
I fear what will be standing across from them when they wave hello.

On the one side, us. Us, with our need to exist in more than just a singular number, us with the thirst for causes of mistakes. Us, who say “the others” easily, yet the solitude of ease hurts us deeply. Us, who want more, not for today but for there.

And across from us, the others, with their chances drying up from the many mistakes their brothers drunk up. Across from us, them, the people we will rob a thousand times but not all of them will be at their expense. The undefeated, new people, with stories you can understand, if not remember. With dreams you can order and with pain that goes away if you don’t think of it.

Not many are left any more.

Us, who no longer want words to be needed
And the others, who no longer have something to say.