Turmbahn

Μεγάλα πράγματα, και οι σκιές τους, μνημειώδεις κάτω από τον ήλιο
Μικρά πράγματα, που διατηρούνται σφιχτά σε παλάμες και σε μικρά χάρτινα κουτιά
Μεγάλα λόγια, που ανταλλάσσονται με ψίθυρους ή ανάμεσα σε δάκρυα
Μικρές λέξεις, αποτυπωμένες αιώνια στο μυαλό, κάτω από τη μύτη μας
Κάτω από τους θορύβους μας
Όλα καταρρέουν.

Τα πράγματα που ξεχάσαμε πολύ, κάτω από τα συντρίμμια: διόδια των επιτυχιών μας
Τα πράγματα που θυμόμαστε για πάντα, καρφωμένα στα χείλη και τις αισθήσεις μας
Οι στιγμές της έκπληξης, ο σωστός χώρος και χρόνος για μας
Για να ζήσουμε το δικό μας προσωπικό θαύμα
Και οι υπόγειες ώρες της ρουτίνας μας
Η καυτή ηρεμία της ναρκοληπτικής ύπαρξης
Όλα καταρρέουν.

Η αρχιτεκτονική αυτού που κάποτε ήταν ψυχή
Τα σχέδια αυτού που κάποτε ήταν μέλλον
Οι προσδοκίες αυτού που κάποτε ήταν όνειρο
Οι προσταγές της πρωτοβουλίας αυτού που ήταν ζωή
Όλα τελικά καταρρέουν.

Κάποιος σε είδε να τεντώνεις το χέρι σου
Κάποιος σε είδε να χαμογελάς
Μια κοινή ματιά, μια αφή νικελίου δύο όψεων
Ένα κοινό κρεβάτι, ένα κοινό όνειρο, τόσο συνηθισμένα
Ωστόσο τόσο φευγαλέα
Στην κοινή και μοναδική τους
Κατάρρευση.

Μπορώ να φανταστώ μια εποχή ευτυχίας
Λευκοί τοίχοι και ανοιχτόχρωμα παντζούρια
Μια κατσαρόλα και ένα μεσημεριανό γεύμα που βράζει
Ήχος από κλειδιά στην πόρτα
Βραδινή βροχή στα παράθυρα
Φως δίπλα στο μαξιλάρι
Μπορώ να φανταστώ μια στιγμή ολοκλήρωσης
Και κατάρρευσης.

Βλέπω τους οβελίσκους της ελπίδας
Ανυψωμένους με χαρά σε κάθε μικρό μέρος που ονομάζουμε δικό μας
Η σκιά τους στο φως του μεσημεριού σαν ηλιακό ρολόι
Για κάθε ηλικία, αδύνατο ή όχι.
Και με ένα χαμόγελο που σκορπίζει στάχτες από τα χείλη
Τα βλέπω όλα να βουλιάζουν.

Στέκεσαι στο πεζοδρόμιο
Πετώντας ένα τσιγάρο που δεν άναψε ποτέ
Παρατηρείς με περιέργεια την έκρηξη
Και συστηματικά γίνεσαι μάρτυρας όλων εκείνων που
Καταρρέουν.

Advertisements

Ηeafodstol

Περπάτησα χτες
Κάτω από τα αστέρια και τα αρχαία ερείπια
Ανάμεσα σε πλήθη χαρούμενα
Σε γέλια γέρων
Και σε βλέμματα περίεργων νέων
Σε ταξιδιώτες και τουρίστες
Ανάμεσα σε ντόπιους
Και σε ανθρώπους σαν κι εμένα
Ανθρώπους ενδιάμεσους.

Και η πόλη μου μου είπε
Ή ίσως την άφησα να μου πει
Τελικά, ότι με γνώριζε.

Και επέστρεψα την ανάσα της
Όταν το αεράκι έχασε για λίγο το δρόμο του
Υπόλοιπο χιλιάδων δώρων
Πήρα τόσα πολλά ως δεδομένα
Για τόσο πολύ.

Έχω ξεβάψει σε μέρη άλλα
Κάποια ξένα, κάποια μεγάλα
Επιστρέφοντας σε μικρά βαθουλώματα
Στις κάτω πόρτες της μνήμης.

Κι αυτό το μέρος
Ήταν πάντα μια σταθερά στο μυαλό μου
Για αναχωρήσεις ή εκδρομές
Ποτέ σπίτι, κυρίως κάστρο
Όπου θα κουβαλούσα τα λάφυρα
Να τα γλεντάμε.

Αλλά περπάτησα στο δέρμα της
Και για λίγο παρεισέφρησε κι εκείνη κάτω από το δικό μου
Μεταδίδοντας τη ζεστασιά εκατομμυρίων πολέμων
Μια πόλη που μπορεί να υποφέρει τα πάντα
Και να παραμένει αιώνια
Μια πόλη που οι έξω την φοβούνται
Που αναγνωρίζει την απλότητα ως εντολή
Μια πόλη όπου τα κορίτσια δεν φορούν μάσκες
Δικαίωμα που κερδίζεις κάτω από έναν ήλιο δακρυγόνου
Και καθώς βυθιζόμουν μέσα στο δέρμα της
Όπως οι μικρότεροι των εραστών
Όπως ένα χνούδι στο αριστερό χέρι του θεού
Ήπια, ξανά και ξανά
Ήπια και γλίστρησα
Γλίστρησα από τα χείλη στο στήθος της
Όχι πια άνθρωπος ενδιάμεσος
Χωρίς ψέματα σκαλισμένα στον καθρέφτη
Γλίστρησα για όσο μπόρεσα
Και με τα κοινά μας χείλη, χαμογέλασα.

Υ.Γ. Για δες, κάποτε παιδιά. Στο μπαλκόνι, βγες. Κάτω οι ζωές. Βάλε και καρδιά, να φύγω.

Πεφταστέρια

Υπήρχε ένα παιδί με αστέρια στα χέρια του
κρυμμένα τραγούδια στα μαλλιά του και μια ανατολή στην πλάτη του
Σε μια εποχή που οι δρόμοι ήταν ατελείωτοι
στρωμένοι με χρυσό, οδηγώντας πάνω από το όνειρο

Υπήρχε ένας τόπος χωρίς ορίζοντες
όπου όλα τα πράγματα μπορούσαν να γίνουν με το χτύπημα ενός ραβδιού
όταν ο κόσμος ήταν ακόμα μαγικός και τα βήματα φίλοι
κι η ζωή ξεχείλιζε από το φλιτζάνι χαμόγελα και χρόνο

Τώρα η καμπύλη έχει χαραχτεί και το έδαφος έρχεται πιο κοντά
η φωτεινή τροχιά μου έχει γεράσει μέσα στην καθημερινή βαρύτητα
και οι επιλογές που με οδήγησαν και με μετέφεραν και με κράτησαν
αιωρούνται μακριά από τα δάχτυλά μου που πέφτουν

Δεν λυπάμαι πραγματικά για όλα αυτά που συνέβησαν
κι ούτε λυπάμαι για εκείνα που δεν έχουν συμβεί
αφού στο τέλος είμαστε μόνο στάχτες
η απουσία σου με κάνει να μην το ξεχνώ

Δεν λυπάμαι πραγματικά για όλους τους δρόμους που δεν πήραμε
και υπάρχει ακόμα λίγος χρόνος να τους προλάβουμε
αλλά η αλήθεια είναι ότι έκανες τόσο λάθος
για την πίστη και τις ελπίδες που με ανάγκασες να κουβαλήσω

Τώρα το φωτοστέφανο που κάρφωσες στο μέτωπό μου σκούριασε
δεν μπορώ να θυμηθώ σε ποιο συρτάρι το φυλάω
και τα φτερά που θα έφερναν όλα τα όνειρά μου κοντά
τώρα είναι πούπουλα μέσα στο μαλακό μου μαξιλάρι

Τώρα το παιδί με τα αστέρια στα χέρια του έχει μεγαλώσει
και αν και νέο είναι τόσο γκρίζο όσο ήσουν εσύ
χωρίς πίστη, χωρίς απώλεια, χωρίς όνειρα
είναι χαρούμενο που δεν είσαι εδώ να το δεις

Καθώς καθόμουν στο χρυσό στρωμένο πλακόστρωτο
κοιτάζοντας τα παπούτσια κάτω στο δρόμο
που τρέχουν προς τους κενούς ορίζοντες
Δε λυπόμουν για τίποτα

Τίποτα δεν έχει πάει τόσο λαμπρά όσο θα ήθελες
όλα έχουν πάει τρομερά σωστά
Δεν είσαι εδώ για να δεις αλλά σου έφερα λίγα λουλούδια
με τον δικό μου ένοχο τρόπο να σε συγχωρήσω

Υπήρχε ένα παιδί με φτερά στους ώμους του
που ξεχωρίζει από το πλήθος, ο μεσσίας της γειτονιάς
αλλά οι παλάμες του ξεθώριασαν τ’ αστέρια που κρατούσε
και είναι πια ξεχασμένα σε κάποιον τσαλακωμένο λαιμό

Δεν λυπάμαι στ’ αλήθεια που τα αφήσαμε όλα πίσω μας
Δεν λυπάμαι που δεν είμαι πια το όνειρό σου
Στο τέλος, είμαστε όλοι στάχτες ανακατεμένες με σκόνη από αστέρια
Και αυτό, χαίρομαι που δεν μπορώ πια να στο πω.

Υ.Γ. Τι κοιτάζεις άραγε;

Of August

I know that for as long as the joints last, it will always happen so
Spume will bejewel the proud prow
And cracks will honor large masts.
Don’t worry, I listen to all that bright eyes tell me
And peeled calluses of foreign hands
And the saltiness of their faces
And the blood of their words
But people will always be people
And they will always see them as landlubbers.

Chronic days, Cronian days, before
I received my own gale warning
I won’t tell you that it didn’t scare me
And I won’t tell you that it didn’t make me laugh
But you knew both those things
I think you issued it.
I remember you with the compass and the shades
With the lines, the dots and the maps
Telling me about it and crossing your arms
As if one challenge wasn’t enough.

I won’t tell you that I didn’t puff out my chest
Like an insular rooster
I think we both know that it was fitting.
You know well – you should tell me as much, I like it –
That when the gale comes
Whether I win or lose, whether I am defeated or victorious
I will give it a tough go, just like it deserves
And that after the end
We will shake hands on it – or whatever else is left of us.

This morning thunders woke me up.
My cool sand sheets were dry
But my hard pillow quenched.
Tomorrow on, jet streams are taking over
And gale warnings will be redundant.
Tomorrow on, the course will have no land in sight
I can put out the large lanterns
And I will release my heavy silver anchor
Into porphyra’s bottomless depths.

Feuerzeug

Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Η εικόνα στέκεται για λίγο ακόμα
Σαν εξηγήσιμο θαύμα
Μια προμνησία με φωτογραφικές αποδείξεις.
Όπως το σώμα σου, γδυτό
Έτσι απογυμνώνουμε τις μέρες μας στη γνώση.
Με όλη του την αφανή δόξα
Το παρόν κυλά μέσα στους ιστούς μας
Ποτέ ξανά μαγικό
Ποτέ ξανά απροσδόκητο
Αλλά αντίθετα αναμενόμενο
Απαιτούμενο
Δικαιωματικό.

Με απαξίωση για λέξεις τόσο απόλυτες
Όσο επιτρέπεται μόνο στην ανάμνηση
Αφήνω τα δάχτυλά μου ελεύθερα επάνω στο δέρμα σου
Τόσο σταθερά και τυφλά
Όσο μόνο η συνήθεια μπορεί να σφυρηλατήσει.
Τις κατακλείδες των τελετουργικών μας
Τις έχουμε φωνάξει δεκάδες φορές
Τις έχουμε ακούσει άλλες εκατοντάδες
Και πενθήσαμε την απώλεια του ξεχωριστού,
Του μοναδικού, του υψηλού, του τελευταίου κομματιού που λείπει.
Το σπάνιο, το συμπληρωματικό και το αναγκαίο
Έχει γλιστρήσει ανάμεσα στα δάχτυλά μας φορές σχεδόν αμέτρητες.

Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Η εικόνα στέκεται για λίγο ακόμα
Σαν ένα πατημένο μονοπάτι πίσω από την πλάτη μου.
Ο θάνατος παίρνει εύκολα τη μορφή του
Όσο κόβει βαθιά η περιφρόνηση σου για ό,τι νομιζα(με).
Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Γελάω με το παιδί που τα χρόνια μου επέβαλαν να γίνω
Ποθώντας πράγματα άλυτα αντί για φωτεινά
Αλλά ο θάνατος παίρνει εύκολα τη μορφή μου
Όπως και κάθε άλλο τέλος.

Κι έτσι αφήνω το τσιγάρο να σβήσει επάνω στο μαξιλάρι
Αφήνω τη φωτιά να διασκεδάσει τα όνειρα.
Έχω κάνει, έχω υπάρξει
Έχω ονομάσει κι έχω ονομαστεί:
Οι λέξεις μας και τα δάχτυλά μας
Έχουν αντηχήσει σε σκέψεις και έχουν συρθεί πάνω σε πρόσωπα
Φαντασμάτων και σάρκας.

Θαμμένοι βαθιά στη σιωπή μας
Καταγράφουμε κάθε γύρο
Με κέρδη και απώλειες
Στοιβαγμένα στην ίδια στήλη.

Cassandra

I looked at the drops on the ceiling of my aorta.
Frozen on the pause of an oscillation
that I still don’t know why it began.
Still! May such battle cries never be forgotten.
I looked at the silver vacuum that cracks the walls
with a colorful cesarian flood.
Hot tea, secret recipe, with a shot of bourbon.
Neurons and muscles of a beautiful backside that didn’t break
when it should have.
And fingers divided into sectors
good/better/end.

Blissful will be the day
When we will lean side-by-side against an unbreakable wall
And if we look back
Only the grey scale graffiti
Will remind us that we left something behind.

Blissful will be the day
When our roads part
In their beginning
And the gun that we jump
Will have no echo.

As long as we can keep our hands in our pockets
And the tips of our fingers caress
At least a pack of yellow filtered cigarettes
In honor of all those that didn’t come unfiltered.

Never

After the feast
We left in haste
Into a horizon that dawned backs
On the way behind a wall.

After the feast
The music lowered so
That we confused it
With silence.

After the feast
I stopped waiting for the dead
And my voice was an echo
Of all that should be said.

And it knew exactly what it wanted to say
And how much to keep silent
How to hide a red swish
In dark whispers.

And as for me, I was the tree
And the feast ended that night
When in the morning the laughter faded
And no one searched for my shadow.

There were only a few black feathers left
And a thousand marble roots
One for each time that our name
Was no longer the answer.

And as the world slapped me
And I started to believe that I could walk
The feathers like impossible leaves
They festered and lifted me
And my thousand marble roots
They broke earth into steps.

And now I became the horizon
Waif of dawn and dusk
Never again their shade
Never again a shadow.

After the feast
I will waft here
Among the inevitable
Never again a mismatched doctrine
Never again never.

After the feast
I will flourish my thousand suns
That for long rooted like graves
In a death that will never be.

P.S. Κι ακόμα δεν ξέρω τί με ενοχλεί πιο πολύ.