Of August

I know that for as long as the joints last, it will always happen so
Spume will bejewel the proud prow
And cracks will honor large masts.
Don’t worry, I listen to all that bright eyes tell me
And peeled calluses of foreign hands
And the saltiness of their faces
And the blood of their words
But people will always be people
And they will always see them as landlubbers.

Chronic days, Cronian days, before
I received my own gale warning
I won’t tell you that it didn’t scare me
And I won’t tell you that it didn’t make me laugh
But you knew both those things
I think you issued it.
I remember you with the compass and the shades
With the lines, the dots and the maps
Telling me about it and crossing your arms
As if one challenge wasn’t enough.

I won’t tell you that I didn’t puff out my chest
Like an insular rooster
I think we both know that it was fitting.
You know well – you should tell me as much, I like it –
That when the gale comes
Whether I win or lose, whether I am defeated or victorious
I will give it a tough go, just like it deserves
And that after the end
We will shake hands on it – or whatever else is left of us.

This morning thunders woke me up.
My cool sand sheets were dry
But my hard pillow quenched.
Tomorrow on, jet streams are taking over
And gale warnings will be redundant.
Tomorrow on, the course will have no land in sight
I can put out the large lanterns
And I will release my heavy silver anchor
Into porphyra’s bottomless depths.

Advertisements

Feuerzeug

Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Η εικόνα στέκεται για λίγο ακόμα
Σαν εξηγήσιμο θαύμα
Μια προμνησία με φωτογραφικές αποδείξεις.
Όπως το σώμα σου, γδυτό
Έτσι απογυμνώνουμε τις μέρες μας στη γνώση.
Με όλη του την αφανή δόξα
Το παρόν κυλά μέσα στους ιστούς μας
Ποτέ ξανά μαγικό
Ποτέ ξανά απροσδόκητο
Αλλά αντίθετα αναμενόμενο
Απαιτούμενο
Δικαιωματικό.

Με απαξίωση για λέξεις τόσο απόλυτες
Όσο επιτρέπεται μόνο στην ανάμνηση
Αφήνω τα δάχτυλά μου ελεύθερα επάνω στο δέρμα σου
Τόσο σταθερά και τυφλά
Όσο μόνο η συνήθεια μπορεί να σφυρηλατήσει.
Τις κατακλείδες των τελετουργικών μας
Τις έχουμε φωνάξει δεκάδες φορές
Τις έχουμε ακούσει άλλες εκατοντάδες
Και πενθήσαμε την απώλεια του ξεχωριστού,
Του μοναδικού, του υψηλού, του τελευταίου κομματιού που λείπει.
Το σπάνιο, το συμπληρωματικό και το αναγκαίο
Έχει γλιστρήσει ανάμεσα στα δάχτυλά μας φορές σχεδόν αμέτρητες.

Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Η εικόνα στέκεται για λίγο ακόμα
Σαν ένα πατημένο μονοπάτι πίσω από την πλάτη μου.
Ο θάνατος παίρνει εύκολα τη μορφή του
Όσο κόβει βαθιά η περιφρόνηση σου για ό,τι νομιζα(με).
Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Γελάω με το παιδί που τα χρόνια μου επέβαλαν να γίνω
Ποθώντας πράγματα άλυτα αντί για φωτεινά
Αλλά ο θάνατος παίρνει εύκολα τη μορφή μου
Όπως και κάθε άλλο τέλος.

Κι έτσι αφήνω το τσιγάρο να σβήσει επάνω στο μαξιλάρι
Αφήνω τη φωτιά να διασκεδάσει τα όνειρα.
Έχω κάνει, έχω υπάρξει
Έχω ονομάσει κι έχω ονομαστεί:
Οι λέξεις μας και τα δάχτυλά μας
Έχουν αντηχήσει σε σκέψεις και έχουν συρθεί πάνω σε πρόσωπα
Φαντασμάτων και σάρκας.

Θαμμένοι βαθιά στη σιωπή μας
Καταγράφουμε κάθε γύρο
Με κέρδη και απώλειες
Στοιβαγμένα στην ίδια στήλη.
Και καθώς το κρεβάτι τινάζει τις στάχτες του
Καθώς τα σεντόνια μεταμορφώνονται σε καπνό
Στέκεσαι στην κόψη της φλόγας
Ανάμεσα στην ψυχρή ζέστη του παρελθόντος μου
Και την αφελή ασφάλεια του παρόντος σου
Στοιβαγμένα στην ίδια στήλη.

Cassandra

I looked at the drops on the ceiling of my aorta.
Frozen on the pause of an oscillation
that I still don’t know why it began.
Still! May such battle cries never be forgotten.
I looked at the silver vacuum that cracks the walls
with a colorful cesarian flood.
Hot tea, secret recipe, with a shot of bourbon.
Neurons and muscles of a beautiful backside that didn’t break
when it should have.
And fingers divided into sectors
good/better/end.

Blissful will be the day
When we will lean side-by-side against an unbreakable wall
And if we look back
Only the grey scale graffiti
Will remind us that we left something behind.

Blissful will be the day
When our roads part
In their beginning
And the gun that we jump
Will have no echo.

As long as we can keep our hands in our pockets
And the tips of our fingers caress
At least a pack of yellow filtered cigarettes
In honor of all those that didn’t come unfiltered.

Never

After the feast
We left in haste
Into a horizon that dawned backs
On the way behind a wall.

After the feast
The music lowered so
That we confused it
With silence.

After the feast
I stopped waiting for the dead
And my voice was an echo
Of all that should be said.

And it knew exactly what it wanted to say
And how much to keep silent
How to hide a red swish
In dark whispers.

And as for me, I was the tree
And the feast ended that night
When in the morning the laughter faded
And no one searched for my shadow.

There were only a few black feathers left
And a thousand marble roots
One for each time that our name
Was no longer the answer.

And as the world slapped me
And I started to believe that I could walk
The feathers like impossible leaves
They festered and lifted me
And my thousand marble roots
They broke earth into steps.

And now I became the horizon
Waif of dawn and dusk
Never again their shade
Never again a shadow.

After the feast
I will waft here
Among the inevitable
Never again a mismatched doctrine
Never again never.

After the feast
I will flourish my thousand suns
That for long rooted like graves
In a death that will never be.

P.S. Κι ακόμα δεν ξέρω τί με ενοχλεί πιο πολύ.

Better to Reign in Hell […]

Η άγρια ​​αλήθεια είναι ότι η καλοσύνη που κηρύττουμε
Περιστρέφεται γύρω από την έννοια ενός απόντος κακού
Περιλαμβάνει το τυφλό σημείο μιας διαθήκης που αντιλαμβάνεται
Τον εαυτό της ως κάτι αυτοεξαιρούμενο
Διαλύεται σε λέξεις που είναι είτε πολλές είτε πολύ λίγες
Για να αποτελέσουν δομή αδιαπέραστη από δίψα.

Η απρόσεκτη νεότητα επιβαρύνεται με το φταίξιμο
Για τις τυχαίες επιθέσεις ενάντια στην ίδια την τύχη
Για τον εαυτό της που διαιωνίζει
Το προσωρινό
Μετατρέποντας την πραγματικότητα της σάρκας σε βασική πεποίθηση
Εγωιστικής ανιδιοτέλειας, με ανοσία στην εξέλιξη.

Τράβηξε αίμα και μετά απάλυνέ το. Οι σπόροι της ειρήνης
Ριζώνουν στη σύγκρουση, η απώλεια και η απουσία
Σκοτώνουν αρκετό από τον εαυτό σου, ώστε ο υπόλοιπος να μεγαλώσει
Χάνουν αρκετό από το Θεό σου, έτσι ώστε ο πίθηκος να βρει καταφύγιο
Μην ξεχνάς ποτέ να μην θυμάσαι
Και το μονοπάτι θα μετατραπεί σε δρόμο.

Η άγρια ​​αλήθεια είναι ότι η αποθέωση που επιδιώκουμε
Εξακολουθεί να μην αξίζει στην ασυνάρτητη, κουτσή ψυχή μας
Και κάνει τον ταπεινό κύκλο της μέσα από λεωφόρους ιστού
Που κατοικούν στην πρωτεύουσα διάλεκτό μας, στην υγρή, ωμή γλώσσα μας
Και μέσα σε κότσια και τένοντες και μυες και νεύρα
Αυτός ο περαστικός ναός είναι ο ίδιος το μόνο είδωλο που μπορεί να κρατήσει.

Γιατί το δέρμα σου είναι ο αγωγός της θέλησης
Γιατί τα λόγια σου είναι οι τελευταίες αληθινές εντολές
Γιατί απουσία κακού είναι να αναγνωρίζεις τη σάρκα
Ο παράδρομος για τη λογική, το μέσο για μια αρχή
Ενός βασιλείου που έχει έρθει για να μείνει.
Έτσι, κατάπιε την ουρά της οφιοειδούς σκέψης σου
Γιατί μόνο ένα θηρίο που ταΐζεις είναι ποτέ πραγματικά δικό σου.

Convince Your Mirror

Not all people’s words are the same.
For some, they are the sounds of a pack, syllables they can
copy together with the illusion of understanding. They are the
articulation of an agreement for those that cannot learn to
write. They are a crippled alphabet that
fits the current declarations of a parasitic Present, plosives
that tomorrow will reek of expired preservatives.

Not all people’s silence is the same.
For some, it is not the product of a decision, it is not the womb
of a process. It is simply and exactly all that they cannot tell,
it is the perfect silence in the absence of inherent noise, in the absence
of a disorder that requires time to turn into a conclusion. For some,
silence is not a choice, it is the natural absence of any
self.

Not all people’s tears are the same
For some, the flow is a natural part of a slippery slope, always and only
from the world towards them, always and only due to a cause that was never
born inside of them. Foreign words, foreign actions, foreign
insatiables: childish tears, always and only for everything that is
happening to them (or not happening to them) but never for all that they
are (or that they are not).

Not all people’s will is the same
For some, it exists only as a goal in conjunction with all others, the
definition in accordance with the place of the term in a pre-made sentence.
Poised searches in their essence, retroreflective orbits around the
core of their value axis. A street fair of patches and ornaments
weaved on the puppet of a self.

Not all people’s destiny is the same.
For some, it is the effortless road towards an immemorial end,
a long line of regretless exchanges of skin for skin, a
succession of nameless memories like a grading list of
exams that matter nought. Painless steps,
always in between and never towards, always until now and never until
there, a lullaby for those kids that get confused when
the music changes.

Not all people are the same.
For some, words are just useful, silence is their natural
accent. For some, tears are the reaction to a
stimulus, the reflex of an insect. For some people,
a goal is the sum of foreign concepts, a homogenization with
the collective zero, and an assimilation with the millionth nothing.
Their fate is to imitate, to reflect, and to be used.

Not all people are the same.
Except for them.
The ones that let you down.

Necessary Evil

We would never promptly and adequately learn
The way in which the term “paradox”
Is an inherent oxymoron, each time.
That exclusion may constitute
Whole
That flaw is an ingredient of
Perfection
And that each possible zero
And every unmanageable detail
Are the whole and the impeccable
Owed to us.

We would never learn the thousand ways
That crown dearth as guarantee
That turn parting into promise
That set rules as a scavenger hunt
For the domain in which they have no application.

We would never learn what we could be
If we didn’t slaughter our own dreams
We would never learn to walk
If we didn’t push off one day
Nor would we ever learn the way back.

Don’t get me wrong
I am not saying that everything was right
Nor am I declaring any evil necessary
Yet we had to rent ourselves out to wrong
Before its repulsive hand
Reimbursed us, if not with what was overdue,
At least with what was most deserved.

We would never learn
If we didn’t use our own hands;
We would never learn
If we didn’t think we did it for ourselves.
We would never learn
Lest some songs found us, again.