Ηeafodstol

Περπάτησα χτες
Κάτω από τα αστέρια και τα αρχαία ερείπια
Ανάμεσα σε πλήθη χαρούμενα
Σε γέλια γέρων
Και σε βλέμματα περίεργων νέων
Σε ταξιδιώτες και τουρίστες
Ανάμεσα σε ντόπιους
Και σε ανθρώπους σαν κι εμένα
Ανθρώπους ενδιάμεσους.

Και η πόλη μου μου είπε
Ή ίσως την άφησα να μου πει
Τελικά, ότι με γνώριζε.

Και επέστρεψα την ανάσα της
Όταν το αεράκι έχασε για λίγο το δρόμο του
Υπόλοιπο χιλιάδων δώρων
Πήρα τόσα πολλά ως δεδομένα
Για τόσο πολύ.

Έχω ξεβάψει σε μέρη άλλα
Κάποια ξένα, κάποια μεγάλα
Επιστρέφοντας σε μικρά βαθουλώματα
Στις κάτω πόρτες της μνήμης.

Κι αυτό το μέρος
Ήταν πάντα μια σταθερά στο μυαλό μου
Για αναχωρήσεις ή εκδρομές
Ποτέ σπίτι, κυρίως κάστρο
Όπου θα κουβαλούσα τα λάφυρα
Να τα γλεντάμε.

Αλλά περπάτησα στο δέρμα της
Και για λίγο παρεισέφρησε κι εκείνη κάτω από το δικό μου
Μεταδίδοντας τη ζεστασιά εκατομμυρίων πολέμων
Μια πόλη που μπορεί να υποφέρει τα πάντα
Και να παραμένει αιώνια
Μια πόλη που οι έξω την φοβούνται
Που αναγνωρίζει την απλότητα ως εντολή
Μια πόλη όπου τα κορίτσια δεν φορούν μάσκες
Δικαίωμα που κερδίζεις κάτω από έναν ήλιο δακρυγόνου
Και καθώς βυθιζόμουν μέσα στο δέρμα της
Όπως οι μικρότεροι των εραστών
Όπως ένα χνούδι στο αριστερό χέρι του θεού
Ήπια, ξανά και ξανά
Ήπια και γλίστρησα
Γλίστρησα από τα χείλη στο στήθος της
Όχι πια άνθρωπος ενδιάμεσος
Χωρίς ψέματα σκαλισμένα στον καθρέφτη
Γλίστρησα για όσο μπόρεσα
Και με τα κοινά μας χείλη, χαμογέλασα.

Υ.Γ. Για δες, κάποτε παιδιά. Στο μπαλκόνι, βγες. Κάτω οι ζωές. Βάλε και καρδιά, να φύγω.

Advertisements

Πεφταστέρια

Υπήρχε ένα παιδί με αστέρια στα χέρια του
κρυμμένα τραγούδια στα μαλλιά του και μια ανατολή στην πλάτη του
Σε μια εποχή που οι δρόμοι ήταν ατελείωτοι
στρωμένοι με χρυσό, οδηγώντας πάνω από το όνειρο

Υπήρχε ένας τόπος χωρίς ορίζοντες
όπου όλα τα πράγματα μπορούσαν να γίνουν με το χτύπημα ενός ραβδιού
όταν ο κόσμος ήταν ακόμα μαγικός και τα βήματα φίλοι
κι η ζωή ξεχείλιζε από το φλιτζάνι χαμόγελα και χρόνο

Τώρα η καμπύλη έχει χαραχτεί και το έδαφος έρχεται πιο κοντά
η φωτεινή τροχιά μου έχει γεράσει μέσα στην καθημερινή βαρύτητα
και οι επιλογές που με οδήγησαν και με μετέφεραν και με κράτησαν
αιωρούνται μακριά από τα δάχτυλά μου που πέφτουν

Δεν λυπάμαι πραγματικά για όλα αυτά που συνέβησαν
κι ούτε λυπάμαι για εκείνα που δεν έχουν συμβεί
αφού στο τέλος είμαστε μόνο στάχτες
η απουσία σου με κάνει να μην το ξεχνώ

Δεν λυπάμαι πραγματικά για όλους τους δρόμους που δεν πήραμε
και υπάρχει ακόμα λίγος χρόνος να τους προλάβουμε
αλλά η αλήθεια είναι ότι έκανες τόσο λάθος
για την πίστη και τις ελπίδες που με ανάγκασες να κουβαλήσω

Τώρα το φωτοστέφανο που κάρφωσες στο μέτωπό μου σκούριασε
δεν μπορώ να θυμηθώ σε ποιο συρτάρι το φυλάω
και τα φτερά που θα έφερναν όλα τα όνειρά μου κοντά
τώρα είναι πούπουλα μέσα στο μαλακό μου μαξιλάρι

Τώρα το παιδί με τα αστέρια στα χέρια του έχει μεγαλώσει
και αν και νέο είναι τόσο γκρίζο όσο ήσουν εσύ
χωρίς πίστη, χωρίς απώλεια, χωρίς όνειρα
είναι χαρούμενο που δεν είσαι εδώ να το δεις

Καθώς καθόμουν στο χρυσό στρωμένο πλακόστρωτο
κοιτάζοντας τα παπούτσια κάτω στο δρόμο
που τρέχουν προς τους κενούς ορίζοντες
Δε λυπόμουν για τίποτα

Τίποτα δεν έχει πάει τόσο λαμπρά όσο θα ήθελες
όλα έχουν πάει τρομερά σωστά
Δεν είσαι εδώ για να δεις αλλά σου έφερα λίγα λουλούδια
με τον δικό μου ένοχο τρόπο να σε συγχωρήσω

Υπήρχε ένα παιδί με φτερά στους ώμους του
που ξεχωρίζει από το πλήθος, ο μεσσίας της γειτονιάς
αλλά οι παλάμες του ξεθώριασαν τ’ αστέρια που κρατούσε
και είναι πια ξεχασμένα σε κάποιον τσαλακωμένο λαιμό

Δεν λυπάμαι στ’ αλήθεια που τα αφήσαμε όλα πίσω μας
Δεν λυπάμαι που δεν είμαι πια το όνειρό σου
Στο τέλος, είμαστε όλοι στάχτες ανακατεμένες με σκόνη από αστέρια
Και αυτό, χαίρομαι που δεν μπορώ πια να στο πω.

Υ.Γ. Τι κοιτάζεις άραγε;

Of August

I know that for as long as the joints last, it will always happen so
Spume will bejewel the proud prow
And cracks will honor large masts.
Don’t worry, I listen to all that bright eyes tell me
And peeled calluses of foreign hands
And the saltiness of their faces
And the blood of their words
But people will always be people
And they will always see them as landlubbers.

Chronic days, Cronian days, before
I received my own gale warning
I won’t tell you that it didn’t scare me
And I won’t tell you that it didn’t make me laugh
But you knew both those things
I think you issued it.
I remember you with the compass and the shades
With the lines, the dots and the maps
Telling me about it and crossing your arms
As if one challenge wasn’t enough.

I won’t tell you that I didn’t puff out my chest
Like an insular rooster
I think we both know that it was fitting.
You know well – you should tell me as much, I like it –
That when the gale comes
Whether I win or lose, whether I am defeated or victorious
I will give it a tough go, just like it deserves
And that after the end
We will shake hands on it – or whatever else is left of us.

This morning thunders woke me up.
My cool sand sheets were dry
But my hard pillow quenched.
Tomorrow on, jet streams are taking over
And gale warnings will be redundant.
Tomorrow on, the course will have no land in sight
I can put out the large lanterns
And I will release my heavy silver anchor
Into porphyra’s bottomless depths.

Sun on Your Pillow

You are out of touch with the place you’re at. A place with endless fields and long mountaintops in the horizon, with a minority of blonde blue eyed people, and another of short dark haired ones, with a quality of cold air you’ve never felt before, and strangely, with scents that are not aromatic hydrocarbons and monoxide. It is just you and a wet bus window glass touring you to all that you’ll never understand how they function and how they survive without knowing how you function.

You stop in the middle of nowhere, under a dull sky and within mild dew. It is just you, the beautiful desert that gives life to things that are not you, and a bench. And you think it is strange that people are getting on the bus there, that it is normal for someone to stop in a desert made of grass and shrubs without any sign of rock, cement, or roof as far as the eye can see, and to find people waiting there. Where did they come from?

You cross through villages you never knew existed. You see tractors lined up, small grocery stores with foreign names written in your language, squares without children, alleys called “Plato street,” and you wonder what Plato even means for those who live there. Minarets and steeples, headscarves and cheap mini skirts, mustached muslims and cane-carrying christians – and you behind the glass looking, absorbing, observing like a city slicker the scary quantity of unusual that is making you feel like a villager who just arrived to the real world.

Double yellow lines on the road – built over the old Roman road that legions crossed once upon a time. And the Roman legionnaires were perhaps staring at the endless pastures and the infinite straight road like the Carthaginians starred at the Colosseum, only difference being that the awe of the latter was finite.

You have forgotten of your flight and your home, you have forgotten what you’ve left behind and what lies ahead, you are just starring, looking and trying to learn. You see the ugly corner coffee shops and the signs on the low houses: “Butcher Shop: Honesty” and under the same roof, semidetached, a barber shop. You think that you like these places, you recall that you want to go to Danzig because it is an endless ugly shipyard, you remember that your strongest memory from Scandinavia was that bar in Copenhagen, where they didn’t know how to make black russians and no one spoke english but only bosnian and russian, and that it was full of truck drivers and prostitutes. You are trying to imagine yourself sitting in the ugly corner coffee shops, stopping your car at each one of them, at every tiny foodtruck next to the forrests and the long Roman road, at every ugly and forsaken place.

And you’re a bit scared by how well you make do, at how easy it is to imagine that you live there, that you grow miserable there, that you are ending as unimportantly as now there, but without the easy pretense for the opposite the urban luxuries offer. You imagine beds made out of straw, muddy boots, you embed your mind into Gogol and Dostoevsky and forget all you have learned, you trade it shortly to feel like yet another dead soul with a fixed destiny that includes two acres of land and a Katerina Ivanova who speaks broken turkish and whose parents hail from streets that have no names.

The realization that between you and your imaginary misery stands only a glass window makes you a bit uneasy. No steel wall, no absolute rationale, just a fish tank glass that allows you to stare at the misery of another life in the eye while it offers you its grande smile, blinding you with the magnitude of a loss reminding you that which you have not lived, reminding you how you show and are shown pity with inhumane naturalism. You put your hand on the glass, you clear out the vapor of your breath to not miss the moment, the breath of the still life that is being painted outside. And you get this crazy yearning to get out of the bus, to live this entire death that is life outside of your climate controlled home, to get out and sit next to a deserted altar and to burn money and identification cards, to despair, to despair and feel alone, prey for the infinite landscape. You wish you could climb a small hill to get a better view of the overland sea around you, to see the clouds over the mountains and the large mud lakes within the thickets, to see the desert and to feel how human you may be with no warm air in your lungs, with tears from the wind and with nothing, nothing at all to believe in, to risk, and to finagle. You want to feel the endless sadness of being nothing in nowhere, to walk to the ugly corner coffee shop and see someone who stopped his car there so that he can say he sat at a deserted coffee shop once, and to laugh, to laugh hard with that funny guy and his climate controlled car, with the hundred dollar bills in his pockets thinking that he’s understood the slightest from the shiny violence of solitude.

You clean up the glass, you want to get out, there are no flights in the world you got lost into, there are no warm embraces to return to because you started from nowhere. You just want to get out, you want to cross to the other side of the glass, you want to get out of the fish tank into the ocean and to scare the goldfish looking at you thinking “thank god that I am soon catching a flight, thank god I am not that person, thank god that a bench in this soul eating desert is not my only home.” You want to get out seconds before you realize that now you know where the people who got on the bus came from. You want to get out because now you know the importance of Plato here. You want to get out so that you don’t have to see names on the streets, you want to get out to see the legions passing by, marching towards their dreamports in turtle formations a hundred miles an hour on the left lane of the large Roman road – and to wonder, where all these people are going.

Feuerzeug

Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Η εικόνα στέκεται για λίγο ακόμα
Σαν εξηγήσιμο θαύμα
Μια προμνησία με φωτογραφικές αποδείξεις.
Όπως το σώμα σου, γδυτό
Έτσι απογυμνώνουμε τις μέρες μας στη γνώση.
Με όλη του την αφανή δόξα
Το παρόν κυλά μέσα στους ιστούς μας
Ποτέ ξανά μαγικό
Ποτέ ξανά απροσδόκητο
Αλλά αντίθετα αναμενόμενο
Απαιτούμενο
Δικαιωματικό.

Με απαξίωση για λέξεις τόσο απόλυτες
Όσο επιτρέπεται μόνο στην ανάμνηση
Αφήνω τα δάχτυλά μου ελεύθερα επάνω στο δέρμα σου
Τόσο σταθερά και τυφλά
Όσο μόνο η συνήθεια μπορεί να σφυρηλατήσει.
Τις κατακλείδες των τελετουργικών μας
Τις έχουμε φωνάξει δεκάδες φορές
Τις έχουμε ακούσει άλλες εκατοντάδες
Και πενθήσαμε την απώλεια του ξεχωριστού,
Του μοναδικού, του υψηλού, του τελευταίου κομματιού που λείπει.
Το σπάνιο, το συμπληρωματικό και το αναγκαίο
Έχει γλιστρήσει ανάμεσα στα δάχτυλά μας φορές σχεδόν αμέτρητες.

Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Η εικόνα στέκεται για λίγο ακόμα
Σαν ένα πατημένο μονοπάτι πίσω από την πλάτη μου.
Ο θάνατος παίρνει εύκολα τη μορφή του
Όσο κόβει βαθιά η περιφρόνηση σου για ό,τι νομιζα(με).
Καθώς τα τελευταία αχρησιμοποίητα σεντόνια απλώνονται στο κρεβάτι
Γελάω με το παιδί που τα χρόνια μου επέβαλαν να γίνω
Ποθώντας πράγματα άλυτα αντί για φωτεινά
Αλλά ο θάνατος παίρνει εύκολα τη μορφή μου
Όπως και κάθε άλλο τέλος.

Κι έτσι αφήνω το τσιγάρο να σβήσει επάνω στο μαξιλάρι
Αφήνω τη φωτιά να διασκεδάσει τα όνειρα.
Έχω κάνει, έχω υπάρξει
Έχω ονομάσει κι έχω ονομαστεί:
Οι λέξεις μας και τα δάχτυλά μας
Έχουν αντηχήσει σε σκέψεις και έχουν συρθεί πάνω σε πρόσωπα
Φαντασμάτων και σάρκας.

Θαμμένοι βαθιά στη σιωπή μας
Καταγράφουμε κάθε γύρο
Με κέρδη και απώλειες
Στοιβαγμένα στην ίδια στήλη.

Cassandra

I looked at the drops on the ceiling of my aorta.
Frozen on the pause of an oscillation
that I still don’t know why it began.
Still! May such battle cries never be forgotten.
I looked at the silver vacuum that cracks the walls
with a colorful cesarian flood.
Hot tea, secret recipe, with a shot of bourbon.
Neurons and muscles of a beautiful backside that didn’t break
when it should have.
And fingers divided into sectors
good/better/end.

Blissful will be the day
When we will lean side-by-side against an unbreakable wall
And if we look back
Only the grey scale graffiti
Will remind us that we left something behind.

Blissful will be the day
When our roads part
In their beginning
And the gun that we jump
Will have no echo.

As long as we can keep our hands in our pockets
And the tips of our fingers caress
At least a pack of yellow filtered cigarettes
In honor of all those that didn’t come unfiltered.

Never

After the feast
We left in haste
Into a horizon that dawned backs
On the way behind a wall.

After the feast
The music lowered so
That we confused it
With silence.

After the feast
I stopped waiting for the dead
And my voice was an echo
Of all that should be said.

And it knew exactly what it wanted to say
And how much to keep silent
How to hide a red swish
In dark whispers.

And as for me, I was the tree
And the feast ended that night
When in the morning the laughter faded
And no one searched for my shadow.

There were only a few black feathers left
And a thousand marble roots
One for each time that our name
Was no longer the answer.

And as the world slapped me
And I started to believe that I could walk
The feathers like impossible leaves
They festered and lifted me
And my thousand marble roots
They broke earth into steps.

And now I became the horizon
Waif of dawn and dusk
Never again their shade
Never again a shadow.

After the feast
I will waft here
Among the inevitable
Never again a mismatched doctrine
Never again never.

After the feast
I will flourish my thousand suns
That for long rooted like graves
In a death that will never be.

P.S. Κι ακόμα δεν ξέρω τί με ενοχλεί πιο πολύ.