In the End


I learned to spell without understanding what I read. I learned to count without knowing the meaning of each digit. I learned to admire ancient statutes without understanding Thucydides. Maybe our mistakes are those that define our fate because I cannot think of anything else that could substantially shape my life. If hadn’t taken the side-path as opposed to a preset course, I would not be in a position to love, write, or even be what I am. At the end of the day everything changes, transforms, somehow like the seasons, from the winter to a full spring. People come and go in our life. It is therefore convenient to hold for a fact that those who you truly love, you keep well-hidden in your heart and soul. And you are lucky if they too decide to wander you around in their own, with no soulful expense.

One day I sat down to consider the relationships among people, my own and not. There are those that open new horizons to something fresh and exotic, those that hang in there from the past and are familiar, those that appear before you like gigantic questionnaires whose deal you aim to find, those that give you something unexpected, something uncalled, those that make you wander far away from your usual waters, and those that pull you back. However, the most impressive, the most interesting, and heaviest relationship of them all is the one you have with your own self. The dreamiest option is to find someone to love the person in you that you ought to adore so. We search for love. Real love though. The ridiculous, the elusive, the consuming, the “I can’t bear a moment away from you” love.

In an artificial and fake world full of restrictions, guilt, hypocrisy, and conventions, the filthy dreamers fighting, gain freedom of body and soul. They remind you that the only definite heaven is here: that of the senses and the ecstasies. A heaven which is also – just like we are – a creation of the same God. And you may kill the dreamer, but you can’t kill the dream.

P.S. “Cause we all get it in the end.” Don’t miss the soundtrack version from the movie Shortbus (great love) here .

Advertisements

Εθνικες Εορτες


Εθνική εορτή και αργία σήμερα. Οι γειτονιές στο κέντρο μυρίζουν τηγανιτό μπακαλιάρο και παραδόξως φέτος κυματίζουν περισσότερες από το συνηθισμένο σημαίες στα μπαλκόνια. Δε θέλω να σταθώ ούτε στο δυνάμει πατριωτικό αίσθημα, ούτε στις εκφάνσεις αυτού με σημαίες και παρελάσεις. Δεν ξέρω αν συμφωνώ ή αν διαφωνώ με το ένα ή με το άλλο αλλά εν πάση περιπτώσει δε θεωρώ πως είναι και της αρμοδιότητας μου. Ακόμα θυμάμαι πάντως μικρό παιδί να με πηγαίνει ο μπαμπάς μου στο Σύνταγμα κρατώντας μια χάρτινη τότε – το πλαστικό δεν έχαιρε τέτοιας ευρείας κατανάλωσης ακόμα – σημαιούλα να δούμε την παρέλαση. Μετά, μου αγόραζε με 50 δραχμές, χαρτονόμισμα τότε, καλαμπόκι από τον καλαμποκά εκεί στην είσοδο του εθνικού κήπου και πηγαίναμε να ταΐσουμε τις πάπιες. Ναι, υπήρχαν ακόμα οι πάπιες τότε, και ο κήπος είχε και ζώα. Κακώς κι αυτό να μου πεις, αλλά τι ήξερα, παιδί ήμουν.

Εθνική εορτή και τότε, σε μια Αθήνα πολύ διαφορετική, μια Αθήνα των αρχών του ’90. Θυμάμαι μετά ο μπαμπάς με πήγαινε στο Πολεμικό Μουσείο στη Ριζάρη για να ανεβώ στα αεροπλάνα. Τότε επιτρεπόταν κι αυτό. Να μου πεις, είναι η ύπαρξη Πολεμικού Μουσείου δόκιμη? Ακόμα δε ξέρω να σου απαντήσω, θέλω να πω πως όχι, δεν είναι, αλλά βλέπεις οι αναμνήσεις δε μου το επιτρέπουν. Τι ήξερα τότε άλλωστε, παιδί ήμουν.

Κάθε 25η Μαρτίου ο γάτος μου κρύβεται κάτω από τα κρεβάτια, φοβάται τα αεροπλάνα που πετούν. Πριν καν περάσουν έτρεχε να κρυφτεί, λες και ήξερε πότε θα περάσουν, λες και λαμβάνει κάποιου είδους υπερηχητικά σήματα ως προειδοποίηση. Φέτος δεν κρύφτηκε, δεν πέρασαν αεροπλάνα. Περικοπές λόγω οικονομικής δυσπραγίας. Καλό κι αυτό, άσκοπες δαπάνες να σηκώνεις τόσα αεροπλάνα για απλή επίδειξη. Αλλά εμένα παιδί μ’ άρεσε να τα κοιτώ να ίπτανται πάνω από την Πανεπιστημίου, δεν είχα ξαναδεί βλέπεις και μου προκαλούσαν δέος και λαχτάρα συνάμα. Τη λαχτάρα μέχρι σήμερα δεν μπορώ να την εξηγήσω μα ακόμα θυμάμαι το καρδιοχτύπι των παιδικών μου χρόνων κάθε φορά που τ’ αεροπλάνα περνούσαν.

Σήμερα η μαμά τηγάνισε μπακαλιάρο με τη συνταγή της γιαγιάς, Σμυρνιά εκείνη βλέπεις, που να την πιάσεις στο φαί. Στο ράδιο έπαιζε δεύτερο πρόγραμμα και στα πιάτα αχνιστός ο ξαρμυρισμένος από εχθές μπακαλιάρος με το χρυσίζουν κουρκούτι μπύρας γύρω του. Το ‘χει η παράδοση σήμερα, εθνική και θρησκευτική εορτή μαζί. Ψάχνω έντονα μέσα μου από το πρωί να βρω εκείνο το δεκαεξάχρονο παιδί που κάποια χρόνια πριν θα βροντοφώναζε πόσο κιτς είναι οι σημαίες στα μπαλκόνια και ο μπακαλιάρος στα πιάτα, πόσο άσκοπη είναι η διατήρηση ενός Πολεμικού Μουσείου στο κέντρο της Αθήνας για τον Έλληνα φορολογούμενο, τι φασιστικό κατάλοιπο αποτελούν οι παρελάσεις και οποία εμπορευματοποίηση οι πλαστικές σημαιούλες που τις συνοδεύουν. Α, και πόσα αναλώνονται σε επιδείξεις ισχύος με εξοπλισμούς και αεροπλάνα να ίπτανται πάνω από την Πανεπιστημίου, αν και αυτά τελικά δε σηκώθηκαν σήμερα. Ψάχνω μέσα μου αυτόν τον μηδενισμό και την απολυτότητα της εφηβείας, που βλέπω να υφίσταται παρατεταμένη σε πολλούς γύρω μου, μα δεν τα βρίσκω. Όχι, δεν άλλαξα ούτε αντιλήψεις ούτε φρονήματα (πολύ). Είναι περίεργο πράγμα η πατρίδα όμως όταν ζεις μακριά της, γίνεται μέρα με τη μέρα όλο και πιο γενναιόδωρη. Είναι και περίεργο πράγμα αυτός ο συναισθηματικός δεσμός που δημιουργείται χωρίς να το καταλάβεις και πολύ περισσότερο χωρίς να το επιδιώξεις. Πάντοτε θεωρούσα τον εαυτό μου πολίτη του κόσμου, έχοντας ζήσει άλλωστε πολύ καιρό μακριά από την Ελλάδα. Δεν ξέρω όμως ,τελικά όσο μεγαλώνεις νιώθεις πως όπου κι αν πας, όσο κι αν μείνεις, πάντα ξένος θα είσαι. Κι όσο ξένο κι αν σε κάνει να νιώθεις συχνά η Ελλάδα, εν τέλει πάντοτε θα αποτελεί το μόνο ουσιαστικό σημείο αναφοράς σου, κι ας κλαις κρυφά σ’ αραχνιασμένα μνήματα.

Μεταβλητες


Πάει καιρός που έπιασα αριθμούς στα χέρια μου αλλά δεν θέλει και πολύ σοφία να αντιληφθεί κανείς πως στη ζωή υπάρχουν υπερβολικά πολλές μεταβλητές. Πολλά στο όνομα των οποίων πρέπει να λύσεις που με κάνουν να στέκομαι μπροστά στο μαυροπίνακα, με το στόμα ανοιχτό, χωρίς να ξέρω από που να ξεκινήσω. Παίζοντας την κιμωλία ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Υπάρχει πολλή σιωπή στο δωμάτιο, πολλή μαυρίλα. Σηκώνω το τηλέφωνο μα δεν ακούω τον αναμενόμενο ήχο κλήσης. “Ναι?” Χάνεται στον κενό χώρο. Μάλλον αυτή είναι και η ουσία της μοναξιάς, συμπαγείς λέξεις χωρίς καρδιοχτύπια και φωνές να ηχούν.

Το να μένεις στο δρόμο σου είναι σημαντικό, να παραμένεις στις γραμμές, να πατινάρεις πάνω τους λίγο πριν περάσει το τραίνο. Απλώς να γλιστράς.

Υ.Γ. Μπορώ και βλέπω πότε χαίρεσαι και πότε λυπάσαι. Είναι στα μάτια σου.

The Walls

Today a man with a ragged hood came to town. He was wearing an orange cloak with big shoes and he was holding two white dice with no numbers in his hand. The roads filled up immediately with idle fellows pretending to have gone out for a walk to stare at the benches of the flea-market, or to visit friends who weren’t even home. The merchants were certain, “it’s the King’s new buffoon” they shouted and sent their wives home. The old maids peaked through their blinds without any desire left, nor oblivion. Just hatred for the funny man, who – despite his mawkish nature – seemed like a way-out. The courtiers smiled sardonically, “the ragged villager” they called him and held their nose up high but from the edge of their eyes they looked at him with a fear they were unfamiliar with. The kids ran after him calling him names that turned the madmen of the town green with envy, yet when he looked right back at them they drowned in silence by the tenderness of his smile. At the port, the fishermen offered him their wine. He stood and looked at them in awe. He did not drink wine but he helped a couple of them to unload their nets. The ones that conversed with him spoke no word of their deliberations.

A patrol ran into him, they violently pushed him away. The chief, formal and implacable asked him who he was and where he was from, why he was wearing a ragged hood, whether he was a beggar, a thief, or a killer, whether he was poor or a criminal. The man, bowing told them slowly: “I am the messenger.” Whose messenger no one ever found out. They threw him into a dungeon until he spoke, with no food, no water. “Maybe he is a spy” the knights observed sharply but the queer appearance of this stranger faltered their words. The King sent his counsel to solve the mystery. “Tell us who you are” he told him “and you will live.” “Tell us who sent you and we will give you food; tell us what you came to find and no one will hurt you again.” The ragged man merely smiled humbly and kept to himself. He only gave out a piece of clay to the counsel and told him: “Give this to your Lord. If he understands, he will come to find me.” The counsel went back with empty hands to the King, gave him the piece of clay and passed on the ragged man’s words. The King – not too wise but not too arrogant – thought about it and came to no conclusion, no understanding. “He is nuts” he mumbled and threw the piece away.

Days later, they asked the man with the ragged hood if he had any last wishes. “I want to see the King” he responded. The King – not too wise but not too vain either – followed the law and came before him. “You asked to see me” he said, “here I am.” The man with the orange cloak bowed. “My Lord” he began, “your town is rich and its people live well. Your merchants are rich, your men tall and your ladies fair. But the Walls of your kingdom are too high.” The King looked at him with pity. “Poor madman, you are daft and you do not understand but the Walls are so high exactly because the town is prosperous.” “My Lord, with bricks and stones and clay you built them up but they will not stand there endlessly. Do you know what’s happening outside of them? Beyond your chryselephantine iron-shut gates, do you know what is happening and what has happened? Kingdoms like this one have perished myriads of times, Walls like yours have been swallowed by the ground, and their gates shattered among the roots of trees. What I am saying my Lord is this: no Wall will stand forever. What stands forever in this world is what never feared. If you want this Kingdom to live eternally, tear down the Walls because I am telling you, the defender is already dead for the world.”

The man with the ragged hood, the big shoes, and the orange cloak was executed the same day. The Kingdom stood proud for years and years, reigned by Kings and Queens. The words of a ragged madman who once held two dice drowned within dynasties of glory and prosperity, until about a century later the famine hit and the kingdom vanished. The houses wrecked and crumbled, the rain took over its streets and turned them into currents. Trees grew where once fountains stood, and a beautiful lake sunk down the Palace. The Walls wore off and filled with cracks, the valley turned into a swamp and swallowed them slowly but steadily. Years later the swamp dried up and the Walls became the shelter of a shepherd who pastured his animals over a buried city, the name of which he had never heard. Neither himself, nor his sons. Everyone who had ever seen this kingdom was dead for years and years. Everyone who had ever heard of its existence had perished, and in the end, the big Walls were nothing but a fence for sheep, in a world for which this Kingdom never existed.

Ανατροπές


“Η Στέλλα ήταν σαράντα ετών και έμοιαζε ακριβώς σαράντα. Η Στέλλα με τον Μιχάλη ήταν μαζί από δεκατριών ετών. Ερωτοχτυπήθηκαν με την πρώτη ματιά […] Η μικρή τους η Δάφνη γεννήθηκε το Μεγάλο Σάββατο, την ώρα που οι καμπάνες ηχούσαν την Ανάσταση. Η ζωή τους έμοιαζε ονειρική και η αγάπη τους παντοτινή.

Την ημέρα της επετείου του γάμου τους, η Στέλλα με το στήθος φουσκωμένο από ευτυχία έγραψε στην κάρτα που προοριζόταν για τον Μιχάλη: “Αν φύγω πριν από σένα, θα γύρω την πόρτα μαλακά, δε θέλω να σε ξυπνήσω. Τα πιάτα δεν πρόλαβα να τα πλύνω, στο τραπέζι είναι το μπολ με τα κεράσια. Αν φύγω πριν από σένα, να ξέρεις, οι μυρωδιές μας κεντάνε τα σεντόνια. Αν φύγω πριν από σένα, το imagine να παίξεις στην κιθάρα σου, πάρτυ να κάνεις και στη Δάφνη μας να φορέσεις το κόκκινο φουστάνι της. Θα κλείσω πίσω μου την πόρτα μαλακά, δε θέλω να ξυπνήσεις, είμαι ευτυχισμένη, σε αγαπώ.”

Η Στέλλα πήρε μια ώρα άδεια από τη δουλειά της και με ένα μπουκέτο κατιφέδες και ένα μπουκάλι κρασί χύμα έτρεξε στο δυάρι. Στον Μιχάλη θα έκανε έκπληξη. Η έκπληξη την περίμενε! Αγκομαχητά στην κρεβατοκάμαρα και ο Μιχάλης με την κουμπάρα τους στο διπλό κρεβάτι. Την πόρτα δεν την έκλεισε μαλακά, την έκλεισε με άγριο βρόντο πίσω της.”
Σιωπηλές Ανατροπές – Ρούλα – Μίχου Κοσκινά

Οι πιο όμορφες στιγμές του διαβάσματος έρχονται μόλις πέσει το μάτι σου πάνω σε κάτι – μια σκέψη, ένα συναίσθημα, μια προοπτική πάνω στα πράγματα – που μέχρι τότε νόμιζες πως ήταν δική σου, αποκλειστική. Κι όμως, να τη μπροστά σου, γραμμένη από κάποιον άλλον, κάποιον που δεν έχεις γνωρίσει ποτέ, ίσως κάποιον χρόνια νεκρό. Και είναι σαν ένα χέρι να απλώνεται και να αγκαλιάζει το δικό σου.

Υ.Γ. Όταν φύγω εγώ πάντως, θέλω να το έχω φτιάξει εγώ το soundtrack. Και σίγουρα κάπου μέσα θα παίζει και το παραπάνω, κάπου μαζί με αυτό.

Everything


Δίνεις τα πάντα
Για μια αμφίβολη περάτωση, μια αβέβαιη πορεία
Χωρίς στρατιές πίσω σου και χωρίς φτερά στα πλευρά σου
Σε μια ονειροπόλα agenda όπου δίπλα στους σκοπούς τα κουτιά διψούν
Για στιγμές φτιαγμένες από ζωή.
Δίνεις τα πάντα
Για μια τέλεια παραίσθηση, για μια τέλεια σύγχυση
Που με κάποιο τρόπο – με οποιονδήποτε τρόπο, δε σε νοιάζει
Θα λυθεί
Μια μέρα φτιαγμένη από τριαντάφυλλα και γέλια και κρεβάτια.
Δίνεις τα πάντα
Σε μια καθολική πεποίθηση για ένα φωτεινό μέλλον
Που το έχουν ήδη ονειρευτεί όλοι οι άλλοι
Αλλά από το οποίο εσύ σίγουρα διαφέρεις
Μέσα στη δική σου πανομοιότυπη θνησιμότητα.
Για ένα μετατιθέμενο “για πάντα,” σκάβεις βαθιά μέσα από τις φλέβες σου
Ξοδεύοντας χρόνια σε ένα κυνήγι θησαυρού λιγότερο από θρύλο
Και μέσα σε μια αδίδακτη νεύρωση, είσαι αλυσοδεμένος σε μία θέληση
Φτιαγμένη από μεγάλες λέξεις και φωτεινά γράμματα
Σκαλισμένα πάνω σε μάρμαρο για όλους να τα διαβάσουν.
Δίνεις τα πάντα
Για τα σωστά πράγματα να παλέψεις
Για μια άσπιλη εξέλιξη
Για το όμορφο τέλος
Και τον μπόγο από ευτυχισμένα χρόνια.
Δίνεις τα πάντα
Για δρόμους που ανοίγονται λαμπυρίζοντες και το ρεύμα μέσα στις φλέβες σου
Για όλα αυτά που μπορείς να κατακτήσεις, ανεξαρτήτως κόστους.
Δίνεις τα πάντα, ο,τι ήταν δανεισμένο
Και το είχες για ιδιόκτητο
Για όλα τα φλογερά όνειρα που δρομολόγησες να πετύχεις
Σε μια αδίδακτη νεύρωση, είσαι αλυσοδεμένος σε μια θέληση
Φτιαγμένη από λέξεις που γλιστρούν μέσα από τα πεπερασμένα χρόνια
Λέξεις που ούτε καν θα θυμάσαι
Όταν θα επιθυμείς το κάθε δευτερόλεπτο.
Για τα ασημένια πεζοδρόμια και τα επιχρυσωμένα καθίσματα
Για το θαυμασμό του δικού σου θεού και την πίστη σου στο Xanadu της Kubla Khan
Πως κάποια μέρα, κάπου, ο κόσμος θα θυμάται
Οτι εσύ έκανες τη διαφορά
Πως ξεχώρισες ως εκείνος που επιτέλους έμαθε
Και σκαρφάλωσε στην κορυφή της ζωής του.
Για να σε θυμούνται μέχρι να φύγουν
Για να σε αναγνωρίζουν μέχρι να φύγουν
Για το αείζωο “μέχρι” δίνεις τα πάντα
Όλα όσα μπορείς να αρμέξεις από τα εύθραυστα σου χρόνια
Όλα όσα αιμορραγούν από το μαραμένο σώμα σου
Σε έναν αμείλικτο αυτοματισμό ιδρώνεις φωτοστέφανα και φωτιές και φτερά
Και αλλάζεις τα πάντα, μέχρι την έλευση αυτού του αδίστακτου Μέχρι.
Δίνεις τα πάντα
Για την ελπίδα του μέλλοντος
Την τύψη του παρελθόντος
Τα πάντα για μια ζωή που πληρώνεις με ζωή
Για το απλό και το μεγάλο
Για το κορίτσι στην αγκαλιά σου
Και το παιδί στην κοιλιά σου
Για τα θνησιμαία “για πάντα”
Και τα ατέρμονα “ξανά”
Δίνεις
Τα πάντα.